Το 1955 πρωτοπεριγράφτηκε από τον Καθηγητή Al.Stunkard µια µορφή διαταραχής µε βασικό τρίπτυχο αναγνώρισης, την πρωινή ανορεξία, την βραδινή υπερφαγία κα την αϋπνία. Από το 1955 µέχρι σήµερα, ο Καθηγητής Al.Stunkard επέκτεινε τις κλινικές έρευνες που αφορούσαν στο σύνδροµο βραδινής υπερφαγίας (night eating syndrome) και κατέληξε στο ότι η εν λόγω διαταραχή, εµφανίζεται δυσανάλογα ανάµεσα σε παχύσαρκα άτοµα, κυρίως τις περιόδους έντονου στρες και αποτελεί οργανική προσπάθεια άµβλυνσης του στρεσογόνου φορτίου.

Σύγχρονες µελέτες που αναγνωρίζουν και χρησιµοποιούν τα πιο πάνω κριτήρια, καθορίζουν ότι η εξάπλωση του συνδρόµου βραδινής υπερφαγίας στο γενικό πληθυσµό, αγγίζει ποσοστό 1,5%, ενώ ανάµεσα στα άτοµα που προσφεύγουν για θεραπεία αϋπνίας, το ποσοστό φθάνει το 5%.

Τα περισσότερα στοιχεία για το σύνδροµο βραδινής υπερφαγίας, στο οποίο εκτενώς αναφέρθηκε ο Καθηγητής Al.Stunkard στο πρόσφατο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Παχυσαρκίας που διεξήχθη στην Πράγα, προκύπτουν από µια µεγάλη µελέτη των Birketvedt και Stunkard, που δηµοσιεύτηκε το 1999 στην Journal of the American Medical Association. Σύµφωνα λοιπόν µε αυτή την µελέτη, η συνολική πρόσληψη τροφής των παχύσαρκων, που συνήθιζαν να τρώνε κυρίως από τις 18:00 το απόγευµα και µετά (γκρουπ Α), ήταν µεγαλύτερη σε σχέση µε τα υπόλοιπα παχύσαρκα άτοµα που εξετάσθηκαν (γκρουπ Β).

Πιο συγκεκριµένα το γκρουπ Α, κατανάλωνε από το πρωί µέχρι τις 18:00 το 37% της συνολικής ηµερήσιας πρόσληψης τροφής, σε σχέση µε το γκρουπ Β, που κατανάλωνε το 74%, στο αντίστοιχο χρονικό διάστηµα. Από τις 20:00 και µέχρι τις 6:00 το πρωί, το γκρουπ Α κατανάλωνε το 56% της συνολικής ηµερήσιας πρόσληψης τροφής, σε αντίθεση µε το γκρουπ Β που έφθανε το 15%.

Επιπρόσθετα, τα άτοµα του γκρουπ Α ξυπνούσαν κατά µέσο όρο 3,6 φορές ανά νύχτα (στο γκρουπ Β ο µέσος όρος ήταν 0,3 φορές) και τα µισά από αυτά, αναζητούσαν επίµονα σνακ. Τα σνακ αυτά ήταν πλούσια σε υδατάνθρακες µε µια αναλογία υδατάνθρακα - πρωτεΐνης 7:1. Πιθανολογείται πως µια τέτοια αναλογία θρεπτικών συστατικών, προάγει την προώθηση τρυπτοφάνης στον εγκέφαλο και την µετατροπή της σε σεροτονίνη, ουσία µε σηµαντικές ιδιότητες κατά της αϋπνίας.

Οι διαφορές στα δυο γκρουπ, σύµφωνα πάντα µε τα ευρήµατα των επιστηµόνων, συνεχίζονταν και στα επίπεδα ορµονών άµεσα συνυφασµένων µε του βιορυθµούς, όπως η κορτιζόλη και η µελατονίνη. Τα επίπεδα της µελατονίνης το βράδυ, ήταν σαφέστατα χαµηλότερα στο γκρουπ Α από ότι στα άτοµα του γκρουπ Β, ενώ τα επίπεδα της κορτιζόλης 24ωρου, ήταν υψηλότερα στο Α από ότι στο Β γκρουπ παχύσαρκων ατόµων.

Σύµφωνα µε τις επεξηγήσεις που έδωσε ο Καθηγητής Al.Stunkard στο 13ο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Παχυσαρκίας, το σύνδροµο είναι σηµαντικό µονοπάτι για την εκδήλωση της παχυσαρκίας και αποτελεί ένα µοναδικό συνδυασµό διαταραχής σε τρία επίπεδα, αυτό της πρόσληψης τροφής, του ύπνου και της διάθεσης.

Τα τρία αυτά επίπεδα διαταραχής, συνδέονται σαφέστατα µέσω νευροενδοκρινολογικών µηχανισµών, που όπως τονίσθηκε αφορούν στα επίπεδα κορτιζόλης, µελατονίνης αλλά και της λεπτίνης, που φαίνεται να παίζει έναν ιδιαίτερο ρόλο στην εκδήλωση του συνδρόµου. Θεραπεία του συνδρόµου βραδινής υπερφαγίας δεν έχει αναφερθεί, από την πρώτη επίσηµη αναφορά του Καθηγητή Al.Stunkard για το σύνδροµο, το 1955. Η ψυχοδυναµική ψυχοθεραπεία µπορεί να βελτιώσει σε ορισµένα άτοµα την κατάσταση, ενώ ανέκδοτες αναφορές πασχόντων για την ευεργετική συνεισφορά φαρµακευτικών σκευασµάτων που αναστέλλουν την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης, πιθανολογείται ότι µπορεί να ενέχουν δόση αληθείας, λόγω των γνωστών επιδράσεων της σεροτονίνης σε διαταραχές ύπνου και διάθεσης.

Ακόµα η φαρµακευτική χορήγηση µελατονίνης, θεωρείται ότι µπορεί να συνεισφέρει στη βελτίωση της κλινικής εικόνας του συνδρόµου, µέσα από την αποκατάσταση των µειωµένων επιπέδων της την νύχτα. Το σίγουρο πάντως είναι, πως ο ιδιοφυής Καθηγητής Al.Stunkard, έχει εδώ και χρόνια ανοίξει τις πύλες για εκτεταµένη έρευνα σε ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο που σχετίζεται µε την παχυσαρκία, έρευνα που θα πρέπει να αφορά τόσο στην ανεύρεση και άλλων, πιο εξειδικευµένων κριτηρίων πιστοποίησης του συνδρόµου, αλλά και στην θεραπευτική του προσέγγιση.