Γράφει η Κωνσταντίνα Καρασούλη MSc

Η βρεφική ηλικία, η οποία περιλαμβάνει το 1ο έτος της ζωής του ανθρώπου, χαρακτηρίζεται από ραγδαία σωματική και νοητική ανάπτυξη. Στο διάστημα αυτό, το βρέφος τριπλασιάζει το βάρος του, αυξάνει κατά 50% το ύψος του, αναπτύσσει την ικανότητα να βρίσκεται σε καθιστή θέση, στηρίζοντας το κεφάλι και το σώμα του, και είναι σε θέση να κρατάει τρόφιμα και να τρέφεται από μόνο του, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά του.

Ο ρυθμός ανάπτυξης του βρέφους σε αυτό το στάδιο είναι ο μεγαλύτερος από οποιοδήποτε άλλο στάδιο ανάπτυξης και αντανακλά, ως επί το πλείστον, τη διατροφική του κατάσταση. Η επάρκεια ενέργειας και θρεπτικών συστατικών (πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λιπίδια, βιταμίνες, μέταλλα και ιχνοστοιχεία) κατά τον 1ο χρόνο της ζωής είναι απαραίτητη για τη σωστή ανάπτυξη και τη μετέπειτα καλή υγεία.



Ποια είναι η λειτουργία του σιδήρου στον οργανισμό;

Υψίστης σημασίας θρεπτικό συστατικό κατά τη βρεφική ηλικία αποτελεί ο σίδηρος. Ο σίδηρος είναι ένα απαραίτητο ιχνοστοιχείο, το οποίο εντοπίζεται σε μεγάλες ποσότητες στο αίμα. Περιέχεται στις πρωτεΐνες αιμοσφαιρίνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων και μυογλοβίνη των μυϊκών κυττάρων, που εμπλέκονται στη διαδικασία της αναπνοής, μεταφέροντας οξυγόνο από τους πνεύμονες στους ιστούς.

Αποτελεί, επίσης, συστατικό πολλών ενζύμων που λαμβάνουν μέρος στον κυτταρικό μεταβολισμό.

Πώς απορροφάται;

Ο μηχανισμός της απορρόφησης του σιδήρου είναι ο μοναδικός μηχανισμός που καθορίζει τις αποθήκες του στον οργανισμό, καθώς δεν υπάρχει φυσιολογικός μηχανισμός απέκκρισης. Ο μηχανισμός απορρόφησης δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος, αλλά φαίνεται ότι υπάρχει κάποιος μηχανισμός που παρακολουθεί τις αποθήκες σιδήρου και τις απαιτήσεις ερυθροποίησης, ρυθμίζοντας την απορρόφηση σιδήρου σε περιόδους ανεπάρκειας, ενώ αντίθετα την αναστέλλει όταν υπάρχει υπερβολικό φορτίο.

Η απορρόφηση του σιδήρου, επομένως, επηρεάζεται από τη διατροφή, από την ποσότητα του σιδήρου που είναι αποθηκευμένη στον οργανισμό, αλλά και από την αιματολογική κατάσταση του οργανισμού.
Ο σίδηρος εμφανίζεται στα τρόφιμα σε δύο μορφές:

  • Ο αιμικός σίδηρος, που περιέχεται στις αιμο- και μυο-σφαιρίνη και υπάρχει στο κρέας, στο κοτόπουλο και στο ψάρι
  • Ο μη αιμικός σίδηρος, που υπάρχει κυρίως στα φυτικά τρόφιμα αλλά και σε μερικά ζωικά (π.χ γαλακτοκομικά προϊόντα).

Από τι επηρεάζεται η απορρόφησή του;

Η απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου επηρεάζεται από ένα μεγάλο αριθμό διατροφικών παραγόντων. Μερικά οξέα (κιτρικό και ασκορβικό οξύ), σάκχαρα (φρουκτόζη) και αμινοξέα αυξάνουν την απορρόφηση του σιδήρου, ενώ αντίθετα η παρουσία ταννινών (τσάι, καφές), οξαλικών οξέων (σπανάκι, σοκολάτα, τσάι) αντιόξινων και μετάλλων, όπως το ασβέστιο και ο φώσφορος μειώνουν την απορρόφησή του.

Πηγές σιδήρου

Οι κυριότερες πηγές σιδήρου είναι τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, όπως το κόκκινο κρέας, το κοτόπουλο, το ψάρι, τα αβγά, επίσης τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, τα όσπρια, τα εμπλουτισμένα τρόφιμα και ολικής άλεσης δημητριακά.

Γιατί ο σίδηρος είναι τόσο σημαντικός για τα βρέφη;

Η επάρκεια σε σίδηρο είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά το πρώτο έτος της ζωής, εάν αναλογιστεί κανείς ότι στο διάστημα αυτό το βρέφος τριπλασιάζει το βάρος της γέννησής του και διπλασιάζει το μέγεθος του εγκεφάλου του. Η αύξηση της μάζας του σώματος κατά τη βρεφική ηλικία πυροδοτεί την αύξηση στις απαιτήσεις σιδήρου.

Οι απαιτήσεις αυτές ανέρχονται σε 6 mg για βρέφη 0-6 μηνών και 10 mg για βρέφη 6-12 μηνών.

Πριν τον τοκετό, το έμβρυο αποθηκεύει σίδηρο ανάλογα με το μέγεθος του σώματός του. Συνεπώς, τα βρέφη γεννιούνται με ικανοποιητικά αποθέματα σιδήρου, τα οποία επαρκούν μέχρι να διπλασιάσουν το βάρος τους. Εξαίρεση αποτελούν τα πρόωρα και ελλειποβαρή βρέφη, τα οποία διαθέτουν μικρές ποσότητες εναποθηκευμένου σιδήρου.

Αυτός ο διπλασιασμός του βάρους φαίνεται να συμβαίνει γύρω στον 4ο - 6ο μήνα στα τελειόμηνα βρέφη και αρκετά νωρίτερα στα πρόωρα.

Το μητρικό γάλα φαίνεται να είναι η ιδανικότερη επιλογή στη διατροφή ενός βρέφους, καθώς οι ανάγκες σε σίδηρο καλύπτονται πλήρως. Παρόλο που η περιεκτικότητα του μητρικού γάλακτος σε σίδηρο είναι μικρή, η βιοδιαθεσιμότητά του είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Σε αυτό συμβάλλουν τα υψηλά επίπεδα λακτόζης και ασκορβικού οξέος (βιταμίνης C), τα οποία αυξάνουν την απορρόφηση του σιδήρου.

Επομένως, τα βρέφη που θηλάζουν αποκλειστικά καλύπτουν τις απαιτήσεις σε σίδηρο μέχρι το 1ο εξάμηνο της ζωής τους. Έχει παρατηρηθεί, όμως, ότι ο αποκλειστικός θηλασμός αυξάνει τον κίνδυνο δημιουργίας αρνητικού ισοζυγίου σιδήρου, σε βρέφη ηλικίας 4 έως 6 μηνών.

Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου (είτε στα βρέφη που θηλάζουν μόνο, είτε σε αυτά που διατρέφονται με υποκατάστατο γάλακτος) διαμέσου διατροφικών πηγών από τον 6ο μήνα. Αυτό συμβαίνει διότι οι αποθήκες σιδήρου έχουν χρησιμοποιηθεί και το βρέφος προσλαμβάνει το σίδηρο που χρειάζεται, αποκλειστικά και μόνο, από τη διατροφή του.

Οι απαιτήσεις κατά την περίοδο του απογαλακτισμού είναι οι υψηλότερες ανά κιλό σωματικού βάρους απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ζωής. Συνεπώς, το αναπτυσσόμενο βρέφος απαιτεί, πλέον, τρόφιμα με υψηλή βιοδιαθεσιμότητα σιδήρου.

Συχνά, όμως, αναφέρεται ότι οι συνήθεις πρακτικές κατά την εισαγωγή τροφίμων δεν καλύπτουν με επάρκεια τις ανάγκες των βρεφών σε αυτή την ηλικία. Οι σύγχρονες δίαιτες απογαλακτισμού στηρίζονται κυρίως σε δημητριακά, φρούτα και λαχανικά ή προϊόντα απλού γάλακτος, τα οποία περιέχουν αναστολείς της απορρόφησης σιδήρου, με αποτέλεσμα τη μικρή βιοδιαθεσιμότητά του.

Η βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου, εξάλλου, που περιέχεται στα διάφορα τρόφιμα που εισάγονται στη διατροφή του βρέφους είναι περιορισμένη, εάν δε συνοδεύονται από τρόφιμα πλούσια σε ασκορβικό οξύ (βιταμίνη C).

Οι ημιστερεές κρέμες δημητριακών είναι συνήθως οι πρώτες που εισάγονται στη διατροφή των βρεφών που βρίσκονται στο στάδιο του απογαλακτισμού. Η βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου στα προϊόντα δημητριακών είναι χαμηλή εξαιτίας της παρουσίας φυτικού οξέως.

Η επίδραση αυτή μπορεί να ξεπεραστεί με την προσθήκη βιταμίνης C. Γι’ αυτό το λόγο, τα βιομηχανοποιημένα τρόφιμα που περιέχουν δημητριακά εμπλουτίζονται υποχρεωτικά με τη βιταμίνη αυτή. Εκτός από τις κρέμες δημητριακών προτείνονται, είτε τρόφιμα που περιέχουν σίδηρο εκ φύσεως, όπως λαχανικά και κρέας, είτε τρόφιμα εμπλουτισμένα σε σίδηρο, όπως γιαούρτι, γάλα και επιδόρπια γιαουρτιού.

Το πλεονέκτημα της χρήσης των γαλακτοκομικών, ως μέσα εμπλουτισμού της δίαιτας με σίδηρο, είναι ότι τα εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά έχουν μεγάλη βιοδιαθεσιμότητα, συντελώντας στην ικανοποίηση της διατροφικής ανάγκης των βρεφών σε σίδηρο από τον 6ο μήνα.