Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη, η οποία προάγει την απορρόφηση ασβεστίου στο έντερο, συντελεί στη σωστή ασβέστωση και αναδιαμόρφωση του οστού και διατηρεί επαρκείς συγκεντρώσεις ασβεστίου και φωσφόρου ώστε να γίνεται ομαλά η ανάπτυξη του σκελετού στα παιδιά και να διατηρείται υγιές το οστό στον ενήλικα.

Χωρίς επαρκή ποσότητα βιταμίνης D, τα οστά μπορεί να γίνουν λεπτά, εύθραυστα ή δύσμορφα. Η επάρκεια της βιταμίνης έχει ζωτική σημασία για την προστασία των ηλικιωμένων από την οστεοπόρωση. Η βιταμίνη D όμως, δεν επιδρά μόνο στο σκελετό: Συντελεί στην ομαλή εξέλιξη της κυτταρικής ανάπτυξης και έχει σημαντικό ρόλο σε νευρομυϊκές και ανοσολογικές αντιδράσεις προάγοντας τον έλεγχο των φλεγμονών στο σώμα. Η βιταμίνη επιδρά σε γονίδια που κωδικοποιούν πρωτεΐνες οι οποίες ρυθμίζουν τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό, τη διαφοροποίηση και την απόπτωση. 

Oι τροφικές πηγές από τις οποίες μπορούμε να προμηθευτούμε βιταμίνη D, δυστυχώς είναι λίγες και η συγκέντρωση της βιταμίνης σε αυτές βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Βιταμίνη D υπάρχει  στα ιχθυέλαια, στα αυγά, το κρέας και τα γαλακτοκομικά ζώων ελεύθερης βοσκής, καθώς και σε ορισμένα μανιτάρια.

Η βιταμίνη D ωστόσο, κατεξοχήν λαμβάνεται από την έκθεση στον ήλιο. Η υπεριώδης ακτινοβολία (UV) B με μήκος κύματος 290-320 νανόμετρα διεισδύει στο ακάλυπτο δέρμα και μετατρέπει την δερματική 7-δεϋδροχοληστερόλη σε προβιταμίνη D, η οποία με τη σειρά της γίνεται βιταμίνη D.

5-30 λεπτά έκθεσης του προσώπου, των χεριών, των ποδιών ή της ράχης στον ήλιο χωρίς αντηλιακή προστασία επί δύο φορές την εβδομάδα μεταξύ 10 π.μ. και 3 μ.μ. είναι συνήθως αρκετά για τον εφοδιασμό του σώματος με την βιταμίνη D που χρειάζεται.

Η ακτινοβολία UVB δεν διεισδύει στο γυαλί, οπότε η έκθεση στον ήλιο σε εσωτερικούς χώρους μέσω κλειστού παραθύρου δεν προάγει τη σύνθεση της βιταμίνης.

Οι αντηλιακές κρέμες με παράγοντα ηλιοπροστασίας (SPF) 8 ή περισσότερο επεμβαίνουν στην απρόσκοπτη παραγωγή της βιταμίνης στο ανθρώπινο σώμα.

Η βιταμίνη D που λαμβάνεται από την έκθεση στον ήλιο, τα τρόφιμα και τα συμπληρώματα είναι βιολογικά αδρανής και πρέπει να υποβληθεί σε δύο υδροξυλιώσεις στο σώμα για ενεργοποίηση. Η πρώτη υδροξυλίωση γίνεται  στο ήπαρ και η δεύτερη γίνεται κυρίως στους νεφρούς, οπότε προκύπτει η βιολογικά ενεργή 1,25-διϋδροξυβιταμίνη D [1,25 (OH) 2 D], γνωστή και ως καλσιτριόλη.

Τα σύγχρονα επαγγέλματα χαρακτηρίζονται από πολύωρη παραμονή σε κλειστούς χώρους και συνακόλουθη μειωμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Η κατασκευή των δρόμων και των οικιών στον ελληνικό αστικό ιστό δεν ευνοεί την απρόσκοπτη δίοδο του ηλιακού φωτός. Σε αυτά τα δεδομένα πρέπει να συνυπολογίσουμε και ορισμένες ασθένειες ή παράγοντες που μπορεί να επιδεινώνουν το πρόβλημα, όπως κακή απορρόφηση ουσιών σε ηλικιωμένους, νεφρική ανεπάρκεια, χρήση αντηλιακών και φαρμάκων.  Το αποτέλεσμα είναι ότι τα ελαττωμένα επίπεδα βιταμίνης D απαντώνται με αυξημένη συχνότητα κατά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα ιδιαίτερα κατά τον Χειμώνα, στον αστικό πληθυσμό.

Η εξωγενής χορήγηση βιταμίνης D κατά τους χειμερινούς μήνες είναι πολλές φορές απαραίτητη, πρέπει ωστόσο να μην γίνεται κατάχρηση διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος της υπερβιταμίνωσης. Επίσης, πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα λόγω κινδύνου δυσμενών αλληλεπιδράσεων.

Η συγκέντρωση της 25 (OH) D στον ορό είναι ο καλύτερος δείκτης των επιπέδων της βιταμίνης D. Σε αντίθεση με την 25 (ΟΗ) D, η 1,25 (ΟΗ) 2 D δεν είναι γενικά καλός δείκτης της κατάστασης της βιταμίνης D επειδή έχει μικρό χρόνο ημιζωής και οι συγκεντρώσεις στον ορό εξαρτώνται από τα επίπεδα παραθυρεοειδούς ορμόνης, ασβεστίου και φωσφορικών. Τα επιθυμητά επίπεδα της 25(OH)D για να εκδηλωθούν όλες οι ωφέλιμες δράσεις της βιταμίνης είναι πάνω από 30 nmol/L ή 12 ng/mL. Ωστόσο, επίπεδα 30–50 nmol/L (12–20 ng/mL) μπορεί να είναι ανεπαρκή για ορισμένους ασθενείς. Επίπεδα άνω του  >125 nmol/L (>50 ng/mL) αποτελούν ένδειξη υπερβιταμίνωσης και τοξικής άθροισης της βιταμίνης, συνήθως από υπερβολική χρήση βιταμινικών χαπιών. 

Συνιστώμενες δοσολογίες

Οι συνιστώμενες "ασφαλείς" δοσολογίες της βιταμίνης σε υγιείς είναι 400 IU.

(10 mcg) έως την ηλικία των 12 μηνών, 600 IU.

(15 mcg) έως την ηλικία των 70 ετών και 800 IU.

(20 mcg) σε μεγαλύτερες ηλικίες.

Ανάλογα με τα ατομικά δεδομένα υγείας του ασθενούς, οι δοσολογίες αυτές ενδέχεται να τροποποιηθούν.

Παρενέργειες

Η υπερβολική πρόσληψη της βιταμίνης μπορεί να προκαλέσει μη ειδικά συμπτώματα όπως ανορεξία, απώλεια βάρους, πολυουρία και καρδιακές αρρυθμίες, να οδηγήσει σε ασβεστοποίηση αγγείων και ιστών, με επακόλουθη βλάβη στην καρδιά, στα αιμοφόρα αγγεία και στα νεφρά, να προδιαθέσει σε λίθους του ουροποιητικού συστήματος. Σε έρευνες, ακόμη και υποτοξικά επίπεδα ορού (περίπου 75-120 nmol / L ή 30-48 ng / mL) σχετίζονται με αύξηση της θνησιμότητας από όλες τις αιτίες, κυρίως λόγω αύξησης του κινδύνου καρκινωμάτων καταγμάτων και  καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα

Τα συμπληρώματα βιταμίνης D έχουν τη δυνατότητα να αλληλεπιδρούν με διάφορους τύπους φαρμάκων όπως είναι τα κορτικοειδή, η ορλιστάτη, η χολεστυραμίνη, η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοίνη.  Τα κορτικοειδή ενδέχεται να μειώσουν την δράση της βιταμίνης, η ορλιστάτη και η χολεστυραμίνη να μειώσουν την απορρόφηση της βιταμίνης, η φαινοβαρβιτάλη και η φαινυτοΐνη να αυξήσουν τον ηπατικό μεταβολισμό της βιταμίνης D σε ανενεργές ενώσεις.