Ο εθισμός -και οι συνέπειές του- είναι μία έννοια που εύλογα οδηγεί σε αρνητικούς συνειρμούς. Ουσίες, νικοτίνη, κατάχρηση αλκοόλ είναι ύπουλοι ‘εχθροί’, που δεν κατατροπώνονται εύκολα... Τα συμπτώματα εξάρτησης που δημιουργούν είναι συγκεκριμένα, κοινωνικά αναγνωρίσιμα και οι ειδικοί που ασχολούνται μαζί τους δίνουν μάχες προκειμένου να τα αντιμετωπίσουν και να θεραπεύσουν την αιτία που τα προκαλεί.

Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την καφεΐνη – παρά το γεγονός ότι, στο παρελθόν, είχε βρεθεί και αυτή στο στόχαστρο ως...

ύποπτη εθισμού! Ο λόγος γι’ αυτήν την παρεξήγηση ήταν η συσχέτισή της με μία σειρά από συμπτώματα που θα μπορούσαν να παραπέμπουν και στην εξάρτηση.

Ορισμένα άτομα, δηλαδή, όταν κόβουν απότομα τον καφέ, παρουσιάζουν εκδηλώσεις ‘στέρησης’, όπως πονοκέφαλο, κόπωση ή υπνηλία. Όμως, τα συμπτώματα αυτά –σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τον εθισμό- διαρκούν περίπου μία μέρα και μπορούν να αποφευχθούν, αν η διακοπή της κατανάλωσης καφεΐνης γίνει σταδιακά.

Τα κριτήρια του εθισμού

Κυρίως όμως, τα περισσότερα από τα άτομα που καταναλώνουν καφεΐνη δεν εμφανίζουν εξαρτημένη και εθιστική συμπεριφορά! Τα κριτήρια του εθισμού, σύμφωνα με το πλαίσιο του Diagnostic and Statistical Manual του Αμερικάνικου Ψυχιατρικού Συλλόγου (American Psychiatric Association) είναι συγκεκριμένα και η καφεΐνη δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτά.

Όπως ανέφερε, μάλιστα, ένα πρόσφατο άρθρο του American Journal of Drug and Alcohol Abuse (Περιοδική έκδοση για την κατάχρηση ναρκωτικών και αλκοόλ) στο οποίο αναλύθηκαν δεδομένα από περισσότερα από 30 επιστημονικά άρθρα σχετικά με την καφεΐνη, ‘η ευρεία έννοια του όρου ‘εθισμός’, όπως χρησιμοποιείται στην απλή γλώσσα, περιλαμβάνει την ακατανίκητη επιθυμία για τακτική κατανάλωση η οποία οδηγεί σε εκδήλωση προβλημάτων’.

Και κατέληγε ότι, προφανώς, η καφεΐνη δεν ταιριάζει με αυτή την περιγραφή. Πρώτον, δεν προκαλεί προβλήματα σε άτομα ή γενικότερα στην κοινωνία και δεύτερον, σπάνια παρατηρείται ακατανίκητη επιθυμία για κατανάλωσή της.

Αυτό ισχύει, τόσο για τον καφέ, όσο (πόσο μάλλον!) για τα αναψυκτικά που περιέχουν, συγκριτικά, πολύ μικρότερη ποσότητα καφεΐνης –συνήθως 20-40mg ανά 240ml έναντι 60-120mg ανά 240ml- του καφέ. Η συγκέντρωση καφεΐνης στα αναψυκτικά, μάλιστα, είναι τόσο χαμηλή, ώστε σχεδόν αποκλείει τις παρενέργειες από τη διακοπή της κατανάλωσής της.

Γι’ αυτό και η καφεΐνη δεν ανταποκρίνεται ούτε στην άποψη της κοινής γνώμης, αλλά ούτε στον επιστημονικό όρο περί ‘εθιστικής ουσίας’. Πρόκειται, με άλλα λόγια, απλώς για μία συνήθεια – αγαπημένη μεν, αλλά όχι και... ύποπτη!

Ευχαριστούμε τον κ. Κυριάκο Ρέππα, Κλινικό Διαιτολόγο - Διατροφολόγο, για την επιστημονική επιμέλεια του άρθρου. www.nutrimed.gr