Κατ΄ αναλογία, περισσότεροι από τρία εκατομμύρια Έλληνες ταλαιπωρούνται από κάποια μορφή Χρόνιου Πόνου. Και ενώ, υπό φυσιολογικές συνθήκες, κάθε Χρόνιος Πόνος θα αντιμετωπίζονταν ως απλό ιατρικό πρόβλημα, έχει παρατηρηθεί από την κλινική εμπειρία ότι κάτω από συνθήκες έντονου άγχους και εργασιακής ανασφάλειας, μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή χρόνια νόσο, με σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής του πάσχοντος αλλά και των οικείων του, σημειώνει ο Δρ Αχιλ. Ε. Γεωργιάδης, Ρευματολόγος, Διδάκτωρ Παν. Αθηνών και Παρισίων, Αντιπρόεδρος Επιστημονικής Εταιρείας για την Μυοσκελετική Υγεία (ΕΠΕΜΥ).

Όταν ο 'προστατευτικός πόνος' γίνεται χρόνιος και καταστροφικός

Οποιοσδήποτε πόνος στο σώμα του ανθρώπου ξεκινά από την περιφέρεια, (δέρμα, εσωτερικά όργανα) και καταλήγει στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος, αφού ενημερωθεί και αξιολογήσει τον πόνο, αντιδρά είτε θετικά, μειώνοντας την έντασή του, είτε αρνητικά, απλώνοντας το ερέθισμα σε άλλες περιοχές του, μετατρέποντας έτσι μια απλή αίσθηση σε συναίσθημα που περιέχει δυσάρεστες παραμέτρους, π.χ. άγχος, οργή κ.α.

Ο πόνος τελικά είναι μια σωματική προστατευτική αίσθηση, η οποία, όμως, όταν χρονίσει, οδηγεί στην απραξία, στην κοινωνική απομόνωση και τελικά στην φαρμακευτική εξάρτηση.

Σαφής σχέση του Χρόνιου Πόνου με το άγχος και τις διαταραχές της διάθεσης

Στατιστικές δείχνουν ότι άτομα που έπασχαν από χρόνιο πόνο, είχαν τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαταραχές της διάθεσης και αδυναμία ελέγχου του άγχους. Επιπλέον:

  • Άτομα που έπασχαν από κατάθλιψη είχαν τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εξελίξουν έναν οξύ πόνο σε χρόνιο. Κάτι που φαίνεται να συμβαίνει όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, με δεδομένο ότι η οικονομική ανασφάλεια και η ανεργία συνδέονται άμεσα με την κατάθλιψη.
  • Η πιο συχνή μορφή χρόνιου πόνου είναι αυτή που χαρακτηρίζει τη χρόνια οσφυαλγία, μια νόσο από την οποία πάσχει το 1/3 του πληθυσμού των ανεπτυγμένων χωρών. Οι στατιστικές λένε ότι μόνο το 40% από αυτές έχουν κάποιο συγκεκριμένο αίτιο, ενώ το 30% από αυτές οφείλονται σε ψυχολογικά αίτια. Ο ασθενής αυτός παρουσιάζει κλινικά, πλην της έντονης οσφυαλγίας: αϋπνίες, ανορεξία, αίσθημα χρόνιας κόπωσης, ευερεθιστότητα, χρόνιο άγχος και πολλά άλλα καταθλιπτικά συμπτώματα, με τελικό αποτέλεσμα την προοδευτική επιδείνωση της ποιότητας της ζωής του.

Ο συνδυασμός αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και αναλγητικών ήταν η μέχρι σήμερα προτεινόμενη θεραπευτική λύση.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, σε χρόνια χορήγηση, έχουν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αρα τίθεται το ερώτημα: Μήπως σε τέτοιες καταστάσεις μια στοχευμένη τοπική και αποτελεσματική αναλγητική θεραπεία θα αποτελούσε μια πιο εύκολη και ασφαλή θεραπευτική λύση;