Ο εγκέφαλος των παιδιών που εμφανίζουν Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας δεν ωριμάζει με τον ίδιο ρυθμό που ωριμάζει ο εγκέφαλος των άλλων παιδιών, υποδεικνύει αμερικανική έρευνα.

Ερευνητές εξέτασαν 450 παιδιά-τα μισά από τα οποία είχαν το Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας-και παρατήρησαν καθυστέρηση κατά τρία χρόνια, κατά μέσον όρο, στην ανάπτυξη του φλοιού του εγκεφάλου. Ο εξωτερικός ‘μανδύας’ του εγκεφάλου είναι σημείο ‘κλειδί’ για την προσοχή και τον σχεδιασμό.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η έρευνα που δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Proceedings of the Νational Academy of Sciences’ μπορεί να ανοίξει το δρόμο για νέες θεραπείες.

Η ομάδα του Εθνικού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγείας εξέτασε πότε και πώς ο εγκέφαλος ωρίμαζε. Μεταξύ των 223 νέων με Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας, οι μισές των 40.000 περιοχών του φλοιού που εξετάστηκαν έφτασαν σε ωρίμανση στην ηλικία των 10,5 ετών, σε σύγκριση με τα 7,5 χρόνια σε ομάδα που δεν έπασχε από το Σύνδρομο.

Ωστόσο οι ερευνητές παρατήρησαν ότι παρά την καθυστέρηση, ο εγκέφαλος ακολουθεί φυσιολογική πορεία ανάπτυξης.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων αυτών σταδίων ανάπτυξης του φλοιού του εγκεφάλου ο εγκέφαλος γίνεται λεπτύτερος υπογραμμίζει ο Dr.David Coghill του Πανεπιστημίου Dundee.

Έτσι, αυτό που φαίνεται να συμβαίνει είναι πως ενώ ο εγκέφαλος των παιδιών με το Σύνδρομο συνεχίζει να αναπτύσσεται, στα άλλα παιδιά αρχίζει η νευρωνική και συναπτική κλάδευση. Αυτό σημαίνει πως οι ενήλικες με το σύνδρομο μένουν πίσω σε σημαντικές ικανότητες όπως η μνήμη, ο σχεδιασμός και ο έλεγχος των παρορμήσεων.

Μελλοντικές έρευνες θα εξετάσουν τα αίτια της καθυστέρησης και τρόπους ενίσχυσης της ανάκαμψης.

Ωστόσο, Βρετανοί ειδικοί προειδοποίησαν ότι τα ευρήματα δεν υποδεικνύουν ότι παιδιά με το Σύνδρομο καλύπτουν την καθυστέρηση μετά από τρία χρόνια, καθώς ο εγκέφαλος των άλλων παιδιών συνεχίζει να αναπτύσσεται.

Η Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ βρίσκει σημαντικά και ενδιαφέροντα τα ευρήματα αλλά θεωρεί πως θα περάσει αρκετό διάστημα μέχρι να δουν οι επιστήμονες την επίδραση των στοιχείων στην κλινική πράξη.

Πηγές: ‘Proceedings of the Νational Academy of Sciences’