Η σχέση εκδήλωσης διαβήτη τύπου 2 σε γυναίκες που εισήλθαν στην εμμηνόπαυση ανεξάρτητα από την ηλικία τους, αποτελούσε αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των ειδικών.

Η διαφωνία αυτή καθιστούσε προβληματική και τη συζήτηση περί ωφέλειας της θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης σε γυναίκες με διαβήτη τύπου 2.

Ομάδα Ελλήνων και ξένων επιστημόνων διερεύνησαν το θέμα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως η πρώιμη εμμηνόπαυση και η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη.

Τα ευρήματα των σχετικών μελετών, που παρατίθενται πιο κάτω, παρουσίασε η καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας και επιστημονική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης Ειρήνη Λαμπρινουδάκη (φωτό), μιλώντας πρόσφατα στο 2ο συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας Κατώτερου Γεννητικού Συστήματος (ΕΚΓΕ).

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει μία συστηματική μετα – ανάλυση, η οποία ολοκληρώθηκε πέρυσι από ομάδα ειδικών από την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, η μετάβαση στην εμμηνόπαυση “ενοχοποιείται” για διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης.

Δεν είναι, ωστόσο, γνωστό εάν η πρώιμη εμμηνόπαυση (κάτω από την ηλικία των 45 ετών) ή η πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια (ηλικία εμμηνόπαυσης κάτω από τα 40) σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.

Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποίησαν ανάλυση13 μελετών, στις οποίες είχαν μετάσχει 191.762 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και 21.664 γυναίκες με διαβήτη τύπου 2.

Βρέθηκε πως, τόσο οι γυναίκες με πρώιμη εμμηνόπαυση, όσο και εκείνες με πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με εκείνες που είχαν εμμηνόπαυση και ωοθηκική ανεπάρκεια μετά τις ηλικίες 45 έως 55 ετών.

Μηχανισμός

Οι ακριβείς παθογενετικοί μηχανισμοί που αποτελούν τη βάση της σχέσης μεταξύ της πρόωρης εμμηνόπαυσης και του κινδύνου εκδήλωσης διαβήτη δεν μπορούν να διασαφηνιστούν πλήρως.

Ένας πιθανός μηχανισμός είναι η μικρότερη έκθεση σε ενδογενή οιστρογόνα, λαμβάνοντας υπόψη τον προστατευτικό τους ρόλο στη λειτουργία των παγκρεατικών β - κυττάρων και στην αντίσταση στην ινσουλίνη.

Η εμμηνόπαυση καθορίζεται χρονικά 12 μήνες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση και είναι συνέπεια της εξάντλησης των ωοθυλακίων, που οδηγεί σε έλλειψη οιστρογόνων. Η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης είναι τα 50 έως 52 έτη.

Πρόωρα

Το 10% περίπου των γυναικών εισέρχονται στην εμμηνόπαυση πριν από την ηλικία των 45 ετών, μία κατάσταση που ονομάζεται “πρώιμη” ή “πρόωρη” εμμηνόπαυση. Περίπου το 1% των γυναικών εισέρχεται στην εμμηνόπαυση κάτω από την ηλικία των 40 ετών και το 0,1% κάτω από την ηλικία των 30 ετών, μια κατάσταση που ονομάζεται “πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια”.

Αξιολογώντας τα ευρήματα, η επιστημονική ομάδα τονίζει πως οι γυναίκες που εισέρχονται στην εμμηνόπαυση σε μικρότερη ηλικία από τα 45 ή τα 40 έτη, έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2, σε σύγκριση με εκείνες που έχουν εμμηνόπαυση μετά τα 45.

Το γεγονός αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την κατασκευή προγνωστικών μοντέλων για την έγκαιρη ανίχνευση του διαβήτη στις γυναίκες, ειδικά σε εκείνες που βρίσκονται σε κατάσταση υψηλού κινδύνου, ώστε να διαμορφωθούν στρατηγικές παρέμβασης στον τρόπο ζωής και πιθανή φαρμακευτική θεραπεία.

Διαβήτης

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (μη ινσουλινο - εξαρτώμενος ή διαβήτης των ενηλίκων) χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές γλυκόζης στο αίμα στο πλαίσιο της ινσουλινοαντίστασης και σχετική ανεπάρκεια ινσουλίνης.

Αντίθετα, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 χαρακτηρίζεται από απόλυτη ανεπάρκεια ινσουλίνης, λόγω της καταστροφής των κυττάρων των νησιδίων του παγκρέατος.

Τα κλασικά συμπτώματα περιλαμβάνουν υπερβολική δίψα, συχνή ούρηση και συνεχές αίσθημα πείνας. Ο διαβήτης τύπου 2 ευθύνεται για το 90% περίπου των περιπτώσεων διαβήτη. Η παχυσαρκία σε άτομα με γενετική προδιάθεση θεωρείται το κύριο αίτιο της ασθένειας.

Επιπλέον Πληροφορίες