Όπως μας ανέφερε αποκλειστικά σε συνέντευξη της η κα. Αθανασία Παππά, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης και πρόεδρος της Ελληνικής εταιρείας Αντιρευματικού Αγώνα, το κράτος θα πρέπει να εντείνει τα προγράμματα και τις πρωτοβουλίες του για την πρόληψη της οστεοπόρωσης διατηρώντας την ποιότητας ζωής και συνάμα να εξετάσει τρόπους μείωσης του κόστους των σκευασμάτων που λαμβάνονται.

Σύμφωνα με στοιχεία, σε 18,3% ανέρχεται το ποσοστό των γυναικών που υπολογίζεται ότι ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα μεταξύ 45-65 ετών. Από το σύνολο δε των 10.815.197 ανθρώπων που ζουν στην Ελλάδα, η πλειοψηφία είναι γυναίκες με το 18,3% να ανήκουν στην εμμηνοπαυσιακή περίοδο, και τις γυναίκες να ζουν κατά μέσο όρο 6 έτη περισσότερο από τους άνδρες.

Η εμμηνόπαυση, μας ανέφερε η κα. Α. Παππά, δηλαδή στην κυριολεξία η διακοπή της εμμήνου ρύσης σημαίνει το τέλος της γόνιμης περιόδου της γυναίκας, συνήθως όμως ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια μεγαλύτερη περίοδο, 20 ή περισσότερων ετών, κατά την διάρκεια της οποίας το σώμα της γυναίκας προσαρμόζεται σε ένα χαμηλότερο ορμονικό περιβάλλον, πριν και μετά το τέλος της εμμήνου ρύσης. Οι γυναίκες μπορούν να αναμένουν ότι θα ζήσουν τουλάχιστον το ένα τρίτο της ζωής τους μετά την εμμηνόπαυση. Τα αποτελέσματα της εμμηνόπαυσης στην υγεία των γυναικών είναι ποικίλα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, υπογραμμίζει η ίδια, το 75% των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών παρουσιάζει κάποια δυσάρεστα συμπτώματα, ενώ μόνο το 10-20% ζητά ιατρική βοήθεια. Μεταξύ των παροδικών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης συγκαταλέγονται τα αγγειοκινητικά συμπτώματα ( εξάψεις και νυχτερινή εφίδρωση ), συμπτώματα από γεννητικό και ουροποιητικό σύστημα και οι εναλλαγές της διάθεσης. Τα συμπτώματα αυτά μπορούν να αποδοθούν στα φθίνοντα επίπεδα ορμονών λόγω της εμμηνόπαυσης. Η αύξουσα μακροβιότητα των γυναικών έχει εντείνει τη συζήτηση σχετικά με τις μακροχρόνιες συνέπειες της εμμηνόπαυσης .

Παρ όλο που δεν έχει αποδειχθεί αιτιώδης σχέση μεταξύ ορμονικών επιπέδων και υγείας μετά την εμμηνόπαυση, επισημαίνει η πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης, από τις στατιστικές νοσηρότητας προκύπτει ότι στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η επίπτωση των καρδιαγγειακών νοσημάτων και της οστεοπόρωσης είναι αυξημένη. Η οστεοπόρωση προσβάλλει κυρίως τις γυναίκες λόγω της ταχύτερης απώλειας της μάζας των οστών που παρατηρείται σε αυτές κατά τη διάρκεια και μετά την εμμηνόπαυση. Η οστεοπόρωση αποτελεί θέμα ανησυχίας εξαιτίας της υψηλής επίπτωσης των καταγμάτων, ιδίως των ισχίων και των σπονδύλων, που έχει ως αποτέλεσμα σημαντική θνησιμότητα, νοσηρότητα, μειωμένη κινητικότητα και υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Μελέτη αναφέρει ότι το 9% των γυναικών ηλικίας άνω των 45 ετών παρουσιάζει συμπτώματα οστεοπόρωσης. Άλλες μελέτες αναφέρουν ότι τα κατάγματα του ισχίου συνδέονται με θνησιμότητα ύψους 20% κατά την διάρκεια του πρώτου έτους και 40% κατά την διάρκεια των τριών ετών μετά το κάταγμα.

Λόγω των σημαντικών αυτών προβλημάτων, το κράτος θα πρέπει να δώσει έμφαση σε προγράμματα και πρωτοβουλίες πρόληψης της οστεοπόρωσης που θα επικεντρώνονται σε τρόπους διατήρησης της ποιότητας ζωής των ηλικιωμένων ατόμων και σε μεθόδους μείωσης του κόστους που συνδέεται με την οστεοπόρωση. Θα πρέπει να γίνει περαιτέρω έρευνα προκειμένου να καθοριστεί η σχέση κόστους- αποτελεσματικότητας των μεθόδων πρόληψης, στις οποίες συγκαταλέγεται η πρωτογενής πρόληψη που περιλαμβάνει σωματική άσκηση, δευτερογενής πρόληψη η οποία δίνει έμφαση στην πρώιμη ανίχνευση και αγωγή μέσω προσυμπτωματικού ελέγχου και η τριτογενής πρόληψη, η οποία τυπικά περιλαμβάνει την αντιμετώπιση των ατυχημάτων και την επαναπροσαρμογή των γυναικών. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα θεωρούνται εδώ και χρόνια ανδρικά νοσήματα. Ωστόσο ο κίνδυνος καρδιαγγειακών νοσημάτων αυξάνει σημαντικά στις γυναίκες με εμμηνόπαυση.

Εάν εκτιμηθεί η κατάσταση με βάση τη συνολική διάρκεια ζωής των γυναικών, τονίζει η ίδια, τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την πρωταρχική αιτία θανάτου. Αρα απαιτείται πρόληψη και έλεγχος συμπτωμάτων. Η έρευνα των αιτιών και των αγωγών τόσο στην οστεοπόρωση όσο και των καρδιαγγειακών νοσημάτων στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες συνεχίζεται σε πολλά κράτη μέλη. Παρ όλες τις βελτιώσεις η υγεία των γυναικών εξακολουθεί να δημιουργεί ανησυχίες.

Σχεδόν μία στις τέσσερις γυναίκες δηλώνουν κάποιο βαθμό αναπηρίας λόγω μακροχρόνιας ασθένειας. Επίσης μεγάλος αριθμός γυναικών δηλώνουν ότι ακολουθούν ανθυγιεινούς τρόπους ζωής ( κάπνισμα, ποτό, καθιστική ζωή και ανθυγιεινή διατροφή ). Οι παράγοντες αυτοί σε συνδυασμό συμβάλλουν στην αναπηρία, νοσηρότητα και πρόωρη θνησιμότητα των γυναικών. Τα δεδομένα σχετικά με τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στον τομέα της προαγωγής της υγείας και της πρόληψης των νόσων δείχνουν ότι υπάρχουν πολλές διακυμάνσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά το βαθμό στον οποίο παρέχονται στις γυναίκες οι απαιτούμενες υπηρεσίες. Ειδικότερα πρέπει να σημειωθεί ότι κάτω από το 50% των παχύσαρκων γυναικών άνω των 40 ετών , οι οποίες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαβήτη, υποβλήθηκαν το προηγούμενο έτος σε εξέταση για τη νόσο αυτή η επίπτωση της οποίας αυξάνει με ταχύ ρυθμό . Οι περισσότερες γυναίκες πιστεύουν ότι είναι ελλιπώς ενημερωμένες σχετικά με τα δυνητικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της ορμονοθεραπείας.

Αυτά τα στοιχεία, σημειώνει η κα. Α. Παππά, καθώς και άλλα που ήδη έχουμε αρχίσει να διερευνούμε με το τμήμα της κλινικής φαρμακολογίας της ιατρικής σχολής του ΑΠΘ καθώς και με την επιστημονική μας επιτροπή η οποία απαρτίζεται από πολλές διαφορετικές ειδικότητες, καθιστούν σαφές στον τομέα της υγείας των γυναικών ότι υπάρχουν ορισμένα σημαντικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και να διερευνηθούν καθώς στον τομέα αυτό ειδικά στην χώρα δεν έχουν γίνει σημαντικά και πρωτοποριακά πράγματα. Η σωστή διατροφή, η διατήρηση του φυσιολογικού σωματικού βάρους η τακτική άσκηση η αποφυγή του καπνίσματος, η αξιόπιστη ενημέρωση, η έρευνα και η συζήτηση με τον ιατρό είναι απαραίτητα στοιχεία να ελαχιστοποιήσουμε τα συμπτώματα και τις συνέπειες της εμμηνόπαυσης,