Η αιθαλομίχλη είναι ένα είδος μόλυνσης του αέρα. Ο όρος «smog» είχε χρησιμοποιηθεί από τους Άγγλους στις αρχές του 20ού αιώνα για να περιγράψει το φαινόμενο τότε, ως σύμφυρση των λέξεων smoke και fog, παραπέμποντας στο smokyfog. Από τότε έχει υιοθετηθεί αυτός ο αγγλικός νεολογισμός για να περιγράψει το φαινόμενο της ρύπανσης του αέρα από ουσίες έπειτα από καύση μεγάλων ποσοτήτων άνθρακα και προϊόντων ξύλου στις μεγαλουπόλεις.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ού, το Λονδίνο είχε σοβαρότατο πρόβλημα από την αιθαλομίχλη, γι’ αυτό και οι πρώτες περιγραφές του φαινομένου προέρχονται από εκεί. Βέβαια ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει γενικότερα τη ρύπανση του αέρα στις πόλεις, που στην πορεία των ετών προέρχεται κυρίως από τις καύσεις των καυσίμων των οχημάτων και από προϊόντα καύσης βιομηχανιών. Ενώ λοιπόν η προσοχή των «ειδικών» είχε στραφεί για δεκαετίες στη βιομηχανική ρύπανση και στον περιορισμό της κίνησης των οχημάτων στις πόλεις, η οικονομική κρίση μας έφερε αντιμέτωπους με ένα πρόβλημα που ήταν ξεχασμένο από τότε και περιγραφόταν ως τώρα μόνο στα βιβλία.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, και περισσότερο στην Αθήνα, το πρόβλημα έγινε γνωστό φέτος τον χειμώνα, όταν στα περισσότερα σπίτια το πετρέλαιο θεωρήθηκε πολυτέλεια και τα τζάκια που μέχρι φέτος ήταν διακοσμητικά στοιχεία, πήραν… φωτιά και μαζί τους ξεθάφτηκαν και οι ξυλόσομπες. Η καύση του ξύλου παράγει κάποια σωματίδια (καπνός), διοξείδιο του θείου και άλλα σωματίδια. Όταν αυτό γίνεται σε ένα απάνθρωπα πυκνοκατοικημένο περιβάλλον, όπως το λεκανοπέδιο της Αττικής, ο αέρας ρυπαίνεται επικίνδυνα. Ιδιαίτερα τις μέρες που επικρατεί άπνοια και υγρασία, όλα αυτά τα σωματίδια του καπνού «κάθονται» στα κατώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας και δημιουργούν την αιθαλομίχλη. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η σύσταση του καπνού αυτού περιέχει ακόμα πιο ερεθιστικά συστατικά όταν το ξύλο που καίγεται είναι και κακής ποιότητας ή ακατάλληλο για καύση (ξύλο με χρώματα, βερνίκια κ.λπ.).

Τα προβλήματα

Υπήρχαν μέρες φέτος που όλοι μας βιώσαμε κάποιες από τις τοξικές συνέπειες της αιθαλομίχλης, ακόμα και οι υγιείς: τσούξιμο στα μάτια, ερεθιστικός βήχας, βαριά αναπνοή λίγο-πολύ μας ενόχλησαν κάποια βράδια. Τα χειρότερα, όμως, τα βίωσαν κάποιοι που έχουν ήδη χρόνια αναπνευστικά ή καρδιολογικά προβλήματα. Η προηγούμενη εμπειρία του Λονδίνου, που ήταν σαφώς πολλαπλώς χειρότερη από τη δική μας, δίνει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο όλα τα προβλήματα υγείας που μπορεί να προκύψουν από την αιθαλομίχλη.

Αυτά είναι, λοιπόν:

Άμεσος ερεθισμός των βλεννογόνων των ματιών (επιπεφυκίτιδα) και του αναπνευστικού. Από το αναπνευστικό σύστημα σε κάποιον που δεν είχε ποτέ σχετικό πρόβλημα, μπορεί να προκληθεί οξεία αντίδραση που μοιάζει με βρογχίτιδα ή ασθματική κρίση. Αυτό θα εκδηλωθεί με ξηρό, ερεθιστικό, παροξυσμικό βήχα, «βράσιμο» στο στήθος κατά την αναπνοή και αίσθημα βάρους ή σφιξίματος στο στήθος. Μπορεί να υπάρχει δυσκολία στην αναπνοή.

Έξαρση γνωστών αναπνευστικών προβλημάτων που ταλαιπωρούν χρονίως κάποιους ανθρώπους. Τέτοια είναι η χρόνια βρογχίτιδα, το πνευμονικό εμφύσημα και το χρόνιο βρογχικό άσθμα. Σε αυτούς τους χρόνιους ασθενείς η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας από την αιθαλομίχλη μπορεί να φέρει τέτοια έξαρση της αρχικής τους νόσου που να τους οδηγήσει στο νοσοκομείο, ακόμα και να απειλήσει τη ζωή τους. Τέτοια φαινόμενα είχαν καταγραφεί στο Λονδίνο του προηγούμενου αιώνα. Υπολογίστηκαν τότε 4.000 θάνατοι σε 4 ημέρες μόνο και 8.000 θάνατοι συνολικά. Εδώ στην Ελλάδα, τα επίσημα στοιχεία δεν έδειξαν θανάτους που να σχετίζονταν άμεσα με το φαινόμενο, αλλά σίγουρα οι νοσηλείες ασθενών με χρόνια αναπνευστικά προβλήματα αυξήθηκαν με την εισπνοή του καπνού, όπως και οι επισκέψεις σε ιατρούς σε εξωτερική βάση. Αυτό το είδαμε όλοι όσοι φροντίζουμε «αναπνευστικούς» ασθενείς.

Η πρόληψη

Τι κάνουμε για να προλάβουμε τυχόν προβλήματα σε αντίστοιχες περιπτώσεις;

Δεν κυκλοφορούμε έξω από το σπίτι τις μέρες που η ατμόσφαιρα είναι βαριά, ειδικά αν έχουμε χρόνια αναπνευστικά προβλήματα.

Αν πρέπει να κυκλοφορήσουμε, τηρούμε προφύλαξη με μάσκα προσώπου τύπου Ν-95 που προμηθευόμαστε από φαρμακείο.

Προσέχουμε την ποιότητα του ξύλου που θα κάψουμε.

Αν υπάρξει αναπνευστικό πρόβλημα, συμβουλευόμαστε ιατρό με την έναρξη των συμπτωμάτων και όχι «μετά».

Ας ελπίσουμε του χρόνου οι καιρικές και οι οικονομικές συνθήκες να μην ευνοήσουν την επανεμφάνιση του προβλήματος.

Πηγές: Κωνσταντίνος Σ. Πουλόπουλος, M.D., Πνευμονολόγος, Συνεργάτης Α΄ Πνευμονολογικής Κλινικής ΥΓΕΙΑ