Η αιτιολογία της παχυσαρκίας δεν στηρίζεται μόνο στη γενετική προδιάθεση ή το περιβάλλον αλλά και στις ψυχοκοινωνικές προεκτάσεις που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη, τη διατήρηση αλλά και τη θεραπευτική αντιμετώπιση.

Η αρνητική εικόνα του εαυτού συμβάλλει στη συντήρηση ενός φαύλου κύκλου όπου το φαγητό χρησιμοποιείται ως διέξοδος στο πρόβλημα, ως συνήθεια ή τρόπος διαχείρισης συναισθημάτων λειτουργώντας σαν άλλοθι για βαθύτερα ψυχολογικά προβλήματα, όπως αυξημένο άγχος και καταθλιπτική διάθεση.

Αποτελεί απειλή για τη σωματική υγεία, καθώς ευθύνεται για υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία νόσο, άπνοια, οστεοαρθρίτιδα και αναπνευστικά προβλήματα, όπως επίσης συνδέεται με διαφόρων ειδών καρκίνους.

Το υψηλότερο βάρος σώματος σχετίζεται ακόμα με αυξημένη θνησιμότητα. Το άτομο κάνει συμβιβασμούς στην καθημερινότητά του και στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Έτσι διατηρούνται ισορροπίες λόγω φοβίας διαταραχής των γνώριμων συνθηκών.

Το κάθε άτομο αναπτύσσει διαφορετική σχέση με το φαγητό και δίνει άλλη σημασία και λειτουργία σε αυτό. Σημαντικό αλλά όχι καθοριστικό ρόλο παίζει μια βιολογική προδιάθεση, αλλά το αν η εξέλιξή της οδηγήσει σε παχυσαρκία ορίζεται από τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά απέναντι στο φαγητό.

Η οικογένεια συμβάλλει αρκετά, όπως επίσης και οι συνήθειες της κάθε κοινωνίας σε συνδυασμό με την προσωπικότητα και την προσαρμοστικότητα του ατόμου.

Είναι συνηθισμένο για το άτομο να τρέφεται βάσει των θέλω και όχι τόσο της ανάγκης του σώματος. Τα άτομα με παχυσαρκία όπως και με τις υπόλοιπες διαταραχές πρόσληψης τροφής έχουν μια υπερβολική ενασχόληση με το φαγητό, την εικόνα του σώματός τους, την ποσότητα του φαγητού και την ποιότητά του.

Υποφέρουν από ενοχές ότι δεν κάνουν το κοινωνικά αποδεκτό και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση.

Σημαντικό λοιπόν ρόλο στην αντιμετώπιση των διαταραχών πρόσληψης τροφής, παίζει όχι μόνο μια δομημένη δίαιτα, αλλά και η αλλαγή της συμπεριφοράς, των σκέψεων και των συναισθημάτων απέναντι στο φαγητό.

Μια από τις πιο ενδεδειγμένες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους είναι η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία, (ΓΣΘ) είναι βραχείας διάρκειας (5-15 συνεδρίες) και στοχεύει στην αλλαγή των σχετικών με τη διατροφή και τη φυσική άσκηση συμπεριφορών.

Μέσω στοχευόμενων στρατηγικών το άτομο καταγράφει σε ένα ημερολόγιο τις σχετικές με τη δίαιτα και τη διατροφή συμπεριφορές. Εντοπίζει και αναγνωρίζει τις καταστάσεις υψηλού κινδύνου και τις αποφεύγει. Ο θεραπευτής επίσης βοηθάει το άτομο να αλλάξει τους μη ρεαλιστικούς στόχους και τις λανθασμένες πεποιθήσεις πάνω στην απώλεια του βάρους και την εικόνα του σώματος και τέλος αναπτύσσει ένα δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης.

Αυτού του είδους η θεραπεία βοηθά στην αλλαγή όχι μόνο των διατροφικών συνηθειών και των συμπεριφορών που αποσκοπούν στον έλεγχο του βάρους, αλλά και στην τροποποίηση των πεποιθήσεων του ατόμου σχετικά με άλλες διαστάσεις, όπως η αυτοεκτίμηση και η έμμονη ενασχόληση με το σχήμα και το βάρος του σώματος.

Προτεραιότητα της παρέμβασης είναι η επιστροφή σε ένα κανονικό πρόγραμμα διατροφής. Στόχος είναι να διατηρηθεί σταθερό το βάρος του σώματος, με τρία προγραμματισμένα γεύματα την ημέρα, χωρίς το άτομο να βιώνει υπερβολική πείνα ή να προβαίνει σε αντισταθμιστικές συμπεριφορές.

Μόλις αποκατασταθεί ο αυτοέλεγχος, η προσοχή στρέφεται σε σκέψεις και συναισθήματα που συντελούν στη διατήρηση του προβλήματος και σε άλλες προσωπικές δυσκολίες που πιθανώς σχετίζονται με αυτό.

Ο συνδυασμός συμπεριφοριστικών στρατηγικών με γνωστικές αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα διατήρησης της απώλειας βάρους, καθότι το άτομο αλλάζει αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα που σχετίζονται με το φαγητό, την εικόνα του σώματός του αλλά και την αντιμετώπιση της διατροφής και της άσκησης σαν κάτι απαραίτητο και βοηθητικό.

Η θεραπευτική διαδικασία χωρίζεται σε στάδια:

  • Τα άτομα αξιολογούνται και περιγράφεται η θεραπεία. Δίνεται έμφαση στη διάκριση μεταξύ φάσης απώλειας και συντήρησης.
  • Το άτομο συμμετέχει προβάλλοντας τις συνήθειες και τις διατροφικές του προτιμήσεις.
  • Αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται προβλήματα που μπορεί να παρεμβαίνουν στην εφαρμογή της δίαιτας.
  • Ενθαρρύνεται η αύξηση της δραστηριότητας που περιορίζει την καθιστική ζωή.
  • Αντιμετώπιση των ανησυχιών γύρω από την εικόνα του σώματος που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τις προσδοκίες για την απώλεια βάρους σχετικά με την εμφάνιση και την επιθυμία αλλαγής σχήματος σώματος.
  • Γίνεται προσδιορισμός και διαχείριση των στόχων των ατόμων.
  • Οι πρωτεύοντες στόχοι αποτελούν στόχους που οι ασθενείς ελπίζουν να πετύχουν σαν αποτέλεσμα της απώλειας βάρους, όπως την αλλαγή εμφάνισης, τη βελτίωση της αυτοπεποίθησης, την ενίσχυση της διαπροσωπικής λειτουργικότητας και την αύξηση της ευεξίας.

Στο τέλος της θεραπείας το άτομο έχει μάθει να ελέγχει τα εξωτερικά ερεθίσματα μέσω της συστηματικής παρακολούθησης και καταγραφής των συμπεριφορών, των συναισθημάτων και των σκέψεων – στόχων της καθημερινής διατροφής, των θερμίδων και των δραστηριοτήτων σε μορφή ημερολογίου και εντοπισμό των ερεθισμάτων από το περιβάλλον.

Γίνεται μια γνωστική αναπροσαρμογή των στόχων, αντικαθιστώντας τις αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα με πιο θετικά και κατά συνέπεια με ένα πιο υγιές τρόπο ζωής.

Το άτομο μπορεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, όπως άγχος και κατάθλιψη από τα πιο διευρυμένα χαρακτηριστικά των διαταραχών πρόσληψης τροφής και σημαντικά αίτια για την μονιμότητά τους.

Μέσω της κοινωνικής υποστήριξης το άτομο ενθαρρύνεται στην οργάνωση ενός πιο αποτελεσματικού κοινωνικού δικτύου υποστήριξης, καθώς σημαντική είναι η υποστήριξη των ανθρώπων του περιβάλλοντος του ασθενούς.

Η εισαγωγή της φυσικής άσκησης είναι ίσως ο πιο σημαντικός παράγοντας για τη θεραπεία της παχυσαρκίας αλλά και την αντιμετώπιση του άγχους.