Το κάπνισμα τσιγάρων βλάπτει σχεδόν όλα τα όργανα του οργανισμού, προκαλεί πολλές νόσους και μειώνει την υγεία των καπνιστών γενικά.

Επίσης ευθύνεται για αυξημένες απουσίες από τη δουλειά και αύξηση του κόστους περίθαλψης.

Η διακοπή του τσιγάρου μειώνει τον κίνδυνο νόσων σχετικών με αυτό και μπορεί να αυξήσει το προσδόκιμο ζωής.

Οι καπνιστές είναι πιο πιθανό από τους μη καπνιστές να εμφανίσουν καρδιακή νόσο, εγκεφαλικό επεισόδιο και καρκίνο στον πνεύμονα.

Μια σημαντική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία με τη συμμετοχή καπνιστών που ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν να καπνίζουν τσιγάρο έδειξε ότι η ολοκληρωτική μετάβασή τους σε θερμαινόμενο προϊόν καπνού οδήγησε σε στατιστικά σημαντικές αλλαγές σε σύγκριση με το κάπνισμα που αρχικά είχαν επιλέξει να συνεχίσουν, σε μια σειρά βιοδεικτών έκθεσης και δεικτών πιθανής βλαπτικότητας, που είναι γνωστοί ως «βιοδείκτες πιθανής βλάβης».

Και αυτό τη στιγμή που υπολογισμοί δείχνουν ότι το κάπνισμα τσιγάρων αυξάνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο 2 έως 4 φορές, για εγκεφαλικό 2 έως 4 φορές, για ανάπτυξη καρκίνου στον πνεύμονα 25 φορές στους άντρες και 25,7 φορές στις γυναίκες.

Ακόμα και άνθρωποι που καπνίζουν λιγότερα από 5 τσιγάρα την ημέρα μπορούν να εμφανίσουν αρχικά συμπτώματα καρδιαγγειακής νόσου. Το κάπνισμα βλάπτει τα αγγεία και τα στενεύει. Αυτό φέρνει ταχυπαλμία και αύξηση της πίεσης, ενώ μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία θρόμβων.

Το κάπνισμα μπορεί να οδηγήσει σε αποφράξεις που μειώνουν τη ροη αίματος και στα πόδια και στο δέρμα. Μπορεί να προκαλέσει πνευμονική νόσο (ΧΑΠ, εμφύσημα και χρόνια βρογχίτιδα) βλάπτοντας τους αεραγωγούς. Προκαλεί τα περισσότερα περιστατικά καρκίνου στον πνεύμονα. Αν κάποιος έχει άσθμα, μπορεί καπνίζοντας τσιγάρα να προκαλέσει κρίση άσθματος. Ωστόσο το κάπνισμα δεν ευθύνεται μόνο για καρκίνο στον πνεύμονα αλλά και για καρκίνο σε πολλά όργανα.

Μελέτη

Διεθνής επιστημονική μελέτη σε καπνιστές που αρνούνταν να διακόψουν το τσιγάρο έδειξε ότι η αλλαγή που πραγματοποίησαν με βάση εναλλακτικές βασισμένες στη τεχνολογία και στην επιστήμη είχε αντίκτυπο αντίστοιχο με τη διακοπή του καπνίσματος σε δείκτες δυνητικής βλαπτικότητας, για όσους στο πλαίσιο της επιστημονικής μελέτης επέλεξαν να μεταβούν πλήρως στο προϊόν θερμαινόμενου καπνού glo.

Ο Διευθυντής Επιστημονικής Έρευνας του Ομίλου της BAT, Δρ. David O’Reilly, ανέφερε: «Πρόκειται για σημαντικά αποτελέσματα που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τις δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει η πλήρης μετάβαση. Η μελέτη δείχνει ότι οι καπνιστές που αλλάζουν ολοκληρωτικά από το τσιγάρο στο θερμαινόμενο προϊόν καπνού, μπορούν να μειώσουν την έκθεσή τους σε ορισμένα τοξικά, γεγονός που τα ευρήματα δείχνουν ότι μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα. Το γεγονός ότι υπήρξε σημαντική μείωση στις μετρήσεις των βιοδεικτών πιθανής βλάβης, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι συγκρίσιμη με την πλήρη διακοπή, είναι πολύ ενθαρρυντικό και υποστηρίζει τη φιλοδοξία μας να δημιουργήσουμε ένα Καλύτερο Αύριο μειώνοντας τον αντίκτυπο της επιχείρησής μας στην υγεία».

Για τους περισσότερους βιοδείκτες που μετρήθηκαν στη συγκεκριμένη έρευνα, οι μειώσεις που παρατηρήθηκαν στους ανθρώπους αυτούς ήταν παρόμοιες με εκείνες των συμμετεχόντων που διέκοψαν εντελώς το κάπνισμα.

Μετρήθηκαν τοξικές ουσίες και τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική μείωση βιοδείκτη για τον κίνδυνο καρκίνου του πνεύμονα, σημαντική μείωση του αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, βελτίωση της HDL χοληστερόλης, βελτιώσεις σε δύο βασικούς δείκτες της υγείας των πνευμόνων, καθώς και σε βασικό δείκτη οξειδωτικού στρες, μιας διαδικασίας που εμπλέκεται σε διάφορες ασθένειες που σχετίζονται με το κάπνισμα, όπως το CVD και η υπέρταση.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος περίπου 500 καπνιστές με  καλή υγεία, ηλικίας  23-55 ετών. Οι συμμετέχοντες  είτε επιθυμούσαν, είτε δεν επιθυμούσαν να διακόψουν το κάπνισμα τσιγάρων.

Όσοι είχαν δηλώσει ότι δεν επιθυμούν να διακόψουν τα προϊόντα καπνού, χωρίστηκαν σε αυτούς που επιθυμούσαν να συνεχίζουν να καπνίζουν τσιγάρα και σε αυτούς που επιθυμούσαν να αλλάξουν συνήθειες και να χρησιμοποιούν αποκλειστικά θερμαινόμενο προϊόν καπνού.

Οι καπνιστές που επιθυμούσαν  να σταματήσουν το κάπνισμα, υποβλήθηκαν σε θεραπεία υποκατάστασης της νικοτίνης και είχαν πρόσβαση σε σύμβουλο διακοπής καπνίσματος.

Η έρευνα περιέλαβε και ομάδα ελέγχου- άτομα που δεν είχαν καπνίσει ποτέ, και που συνέχισαν να μην χρησιμοποιούν προϊόντα καπνού ή νικοτίνης.

Οι συμμετέχοντες προσέρχονταν κάθε μήνα σε κλινική για τη λήψη δείγματος αίματος, ούρων και για άλλες μετρήσεις. Τα δείγματα εξετάστηκαν για «βιοδείκτες έκθεσης» σε επιλεγμένα τοξικά καπνού τσιγάρου και «βιοδείκτες πιθανής βλάβης». Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση, οι ομάδες που είχαν δηλώσει ότι θα χρησιμοποιούν αποκλειστικά το θερμαινόμενο προϊόν καπνού ή είχαν δηλώσει ότι επιθυμούν διακοπή εξετάστηκαν για τον βιοδείκτη, CEVal, ο οποίος δείχνει εάν κάποιος είχε καπνίσει πρόσφατα.

Συμπερασματικά, η μελέτη σε καπνιστές που αρνούνταν να διακόψουν το τσιγάρο έδειξε ότι η αλλαγή που πραγματοποίησαν με βάση εναλλακτικές βασισμένες στην τεχνολογία και στην επιστήμη, είχε αντίκτυπο αντίστοιχο με τη διακοπή του καπνίσματος σε δείκτες δυνητικής βλαπτικότητας, για όσους στο πλαίσιο της επιστημονικής μελέτης επέλεξαν να μεταβούν πλήρως σε προϊόν θερμαινόμενου καπνού.