Η στήριξη της παραγωγικής ανασυγκρότησης της φαρμακευτικής βιομηχανίας με ενεργές πολιτικές, η ενίσχυση των φορολογικών κινήτρων για επιπλέον δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) και ο εξορθολογισμός των clawback / rebates, παραμένουν μερικά από τα βασικά ζητούμενα για τη φαρμακευτική βιομηχανία, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ που πραγματοποίησε για λογαριασμό της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ).

Αναμφίβολα, αναφέρει η έρευνα του ΙΟΒΕ, ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας πρωτοπορεί στη βελτίωση της βιομηχανικής παραγωγής, καθώς τα φαρμακευτικά προϊόντα καταγράφουν την υψηλότερη ετήσια μεταβολή στον δείκτη παραγωγής, που την περίοδο 2008-2019 ήταν 6,8%.

Επίσης, καταλαμβάνει την τρίτη θέση ως προς την ετήσια μεταβολή του δείκτη κύκλου εργασιών (+0,5%) για το διάστημα 2010-2019. Εντονότερη ήταν η ενίσχυση του δείκτη (+6,6%) την τελευταία τριετία.

Παράλληλα, σημαντική ήταν και η αξία παραγωγής φαρμάκων, που άγγιξε το 1,4 δισ. ευρώ το 2019, ενώ αντιστοιχεί στο 8,5% των συνολικών εξαγωγών των μεταποιητικών προϊόντων (πλην πετρελαίου). Σημειώνεται ότι ο κλάδος πραγματοποιεί εξαγωγές σε 148 χώρες (το 66% κατευθύνεται σε Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρο), φτάνοντας σε αξία, το 2019, το 1,7 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, ο κλάδος δεν στερείται καινοτομίας, καθώς η δαπάνη της φαρμακευτικής βιομηχανίας για Ε&Α ανήλθε στα 51 εκατ. ευρώ το 2017, ποσό που αντιστοιχεί στο 5% της συνολικής δαπάνης στην Ελλάδα, ενώ το 31,4% των επιχειρήσεων του τομέα διαθέτει τμήμα Ε&Α, όπου και δαπανά το 7,5% του τζίρου τους.

Ωστόσο, όπως αναφέρει η μελέτη, αν και ο τομέας της υγείας διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως ο διεθνής προσανατολισμός, η διαθεσιμότητα και υψηλής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό, η ισχυρή διασύνδεση ερευνητικών κέντρων - πανεπιστημίων με τη φαρμακευτική βιομηχανία, η δυναμική παρουσία στην έρευνα και την καινοτομία, η ευδοκίμηση αυτών των προοπτικών δεν είναι αυτόματη.

Πρωταρχικά, υπάρχει ανάγκη στήριξης της φαρμακοβιομηχανίας, όπως ορίζει και η ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, που στοχεύει στην εξασφάλιση επάρκειας φαρμάκων στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω της άρσης των περιοριστικών πολιτικών της τελευταίας δεκαετίας και της επιστροφής των παραγωγής φαρμάκων στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, για κάθε 1 εκατ. ευρώ που επενδύεται για τη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων, η ανταποδοτικότητα της επένδυσης αγγίζει το 86%, δημιουργούνται 20 νέες θέσεις εργασίας, ενώ η αύξηση των εσόδων του Δημοσίου αντιστοιχεί στο 22,5% της επενδυτικής δαπάνης. Επίσης, σημαντική είναι η πολλαπλασιαστική επίδραση της λειτουργίας των νέων μονάδων, με τη συνολική συμβολή τους στο ΑΕΠ να αντιστοιχεί στο 129% της επενδυτικής δαπάνης. Ο συμψηφισμός δε του clawback με επενδύσεις μόνο για το β΄ εξάμηνο του 2019, οδήγησε σε 36 νέες επενδύσεις ύψους 80 εκατ. ευρώ.

Οι επενδύσεις από την ελληνική φαρμακοβιομηχανία αναμένεται να συνεχιστούν αδιάλειπτα και την επόμενη τετραετία. Συγκεκριμένα, προγραμματίζονται επενδύσεις ύψους 600 εκατ. ευρώ, που αναμένεται να δημιουργήσουν 2.000 νέες θέσεις εργασίας. Στις επενδύσεις αυτές περιλαμβάνονται 12 νέα εργοστάσια, 29 νέες μονάδες παραγωγής και 17 νέα ερευνητικά τμήματα, τα οποία θα υλοποιηθούν την επόμενη τετραετία.

Στο πλαίσιο παρουσίασης αυτών των νέων επενδύσεων, τον Μάρτιο του 2021, ο πρόεδρος της ΠΕΦ, κ. Θεόδωρος Τρύφων, τόνισε ότι «για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, το 2019 και το 2020 δόθηκαν κίνητρα στην ελληνική φαρμακοβιομηχανία για επενδύσεις. Το μέτρο του συμψηφισμού του clawback με παραγωγικές επενδύσεις, εφόσον παραμείνει σταθερό και ενισχυθεί περαιτέρω, θα φέρει πολύ περισσότερες επενδύσεις σε βάθος χρόνου. Οι επενδύσεις αυτές έχουν μοναδική πολλαπλασιαστική αξία για την ελληνική οικονομία, ενώ εξασφαλίζουν την επάρκεια φαρμάκων στην ελληνική αγορά. Για παράδειγμα, στον επενδυτικό σχεδιασμό της εγχώριας βιομηχανίας φαρμάκου περιλαμβάνεται η κατασκευή δύο μονάδων παραγωγής ογκολογικών φαρμάκων που θα καλύψουν το 20% των αναγκών των ασθενών με ελληνικά φάρμακα από το 2% που είναι σήμερα».

Ο αντιπρόεδρος της ΠΕΦ, κ. Δημήτρης Δέμος από την άλλη, επισήμανε πως «τα τελευταία 10 χρόνια το clawback αγγίζει τα 5,3 δισ. ευρώ, οδηγώντας σε αφαίμαξη των ελληνικών φαρμακοβιομηχανιών. Αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να διοχετευθούν σε επενδυτικά προγράμματα με μοναδική πολλαπλασιαστική αξία για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η χώρα μας διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση και δεν αποβιομηχανοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό παρά τις πολιτικές δημοσιονομικού περιορισμού που εφαρμόστηκαν. Με την ολοκλήρωση των επενδύσεων στον κλάδο, σε πολύ λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει φάρμακο που δεν θα παράγεται στην Ελλάδα».

Τα πρόσθετα οφέλη που θα ανακύψουν από την ενίσχυση της παραγωγής της εγχώριας φαρμακοβιομηχανίας με τις νέες επενδύσεις, τα επιβεβαιώνει και η μελέτη του ΙΟΒΕ. Σύμφωνα με αυτήν, θα αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή των γενόσημων φαρμάκων και αυτό θα οδηγήσει σε υποκατάσταση εισαγόμενων πρωτότυπων φαρμάκων και εισαγόμενων (ακριβότερων) γενόσημων, στη μείωση της δημόσιας και ιδιωτικής φαρμακευτικής δαπάνης, ενώ θα ενισχυθούν και οι εξαγωγές ελληνικών φαρμάκων.