Η πανδημική κρίση λόγω SARS-CoV-2 είναι γεγονός-τομή στον 21ο αιώνα, με παγκόσμιες υγειονομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Και πάντα στην ιστορία των μεγάλων κρίσεων έρχονται στο προσκήνιο νέες ανάγκες και σύγχρονες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν. H πανδημία αυτή έχει αναδείξει πρωτίστως το θέμα των ανισοτήτων στην υγεία. Δηλαδή το θέμα του αποκλεισμού των φτωχών χωρών του Τρίτου Κόσμου, αλλά και των κοινωνικών στρωμάτων που βιώνουν συνθήκες ακραίας φτώχειας και αποκλεισμού στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, από τα επιτεύγματα της επιστήμης (εμβόλια - φάρμακα) και από την αναγκαία υγειονομική φροντίδα.

Ο νέος χάρτης υγείας που ξαναγράφεται διεθνώς, οφείλει, λοιπόν, να έχει τη σφραγίδα της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και για να γίνει αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί συνολικά η φαρμακευτική πολιτική στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.

Να απελευθερωθούν οι πατέντες των εμβολίων και των φαρμακευτικών σκευασμάτων κατά της Covid-19, διασφαλίζοντας σε όλες τις χώρες και τους λαούς της Γης την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση στα καινοτόμα και αποτελεσματικά μέσα πρόληψης και προστασίας από τη φονική πανδημία. Η πρόταση Μπάιντεν ήταν καίριας σημασίας, προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση των «Big Pharma», ενεργοποίησε τα συντηρητικά αντανακλαστικά της Ευρώπης και έδειξε ότι ακόμα και η προσωρινή άρση των προνομίων της φαρμακοβιομηχανίας είναι πεδίο σύγκρουσης ισχυρών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.

Πέρα από την τεράστια υγειονομική, ηθική και πολιτική σημασία αυτής της πρότασης, η διεθνής αλλαγή πλαισίου στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων μπορεί παράλληλα να δώσει τη δυνατότητα και την ευκαιρία στην εγχώρια φαρμακοβιομηχανία να επενδύσει -με την ανάλογη κρατική υποστήριξη- στη σύγχρονη βιοτεχνολογία και στην προοπτική παραγωγής εμβολίων νέας γενιάς κατά του SARS-CoV-2 και στην Ελλάδα.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα για τον νέο χάρτη υγείας είναι η ενδυνάμωση και η αναδιοργάνωση των δημόσιων συστημάτων υγείας. Με επίκεντρο όχι μόνο τα νοσοκομεία και τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), αλλά με προτεραιότητα στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ), στην πρόληψη και προαγωγή υγείας, στην κοινοτική φροντίδα και στη δημόσια υγεία. Στη λογική μιας μεγάλης και κοινωνικά ανταποδοτικής επένδυσης στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), με δομικές αλλαγές στην οργάνωση και τη διοίκηση του συστήματος και στην αποδοτική αξιοποίηση των πόρων, με πολυετές σχέδιο μόνιμων προσλήψεων, με βιώσιμη χρηματοδότηση και σύγκλιση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. στις δημόσιες δαπάνες υγείας (7% του ΑΕΠ), με ειδικά κίνητρα για να αντιστραφεί το brain drain και η κρίση στελέχωσης του συστήματος.

Αυτή θα είναι όντως μια σοβαρή παρακαταθήκη από την πανδημία, που μπορεί να εξασφαλίσει σήμερα μια ευρύτατη κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Είναι πραγματικά διατεθειμένη η κυβέρνηση να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση; Θα φανεί στην πράξη και κυρίως στην πρότασή της για το ΕΣΥ της «επόμενης μέρας». Πάντως, τα μέχρι στιγμής δείγματα γραφής δεν πείθουν ότι έχει… απεξαρτηθεί από τη γραμμή των ανοιγμάτων του ΕΣΥ στην αγορά και στις κερδοσκοπικές Συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα Υγείας (ΣΔΙΤ).

Η πανδημία και η καθολική αναγνώριση της αξίας του ΕΣΥ και των ανθρώπων του αποτελεί την τελευταία ευκαιρία να δρομολογηθεί η ριζική ανασυγκρότηση του συστήματος υγείας στη χώρα, με έμφαση στην καθολική κάλυψη και στην ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας και με σεβασμό στις ανάγκες και στα δικαιώματα των ληπτών υπηρεσιών υγείας. Τώρα, λοιπόν, είναι η ώρα της κατάθεσης, από όλες τις πολιτικές δυνάμεις, συγκροτημένων, κοστολογημένων και εφαρμόσιμων σχεδίων για την υγεία στη μετα-Covid εποχή. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση το έκανε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, εκκινώντας μια ανοιχτή δημόσια διαβούλευση των προτάσεών της με τους εργαζόμενους στο ΕΣΥ, τους υγειονομικούς, τους εκπροσώπους των ασθενών και την κοινωνία των πολιτών σε όλη τη χώρα.