Με την εμφάνιση της CoViD-19, οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπιζαν τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης σε όλο τον κόσμο παραμερίστηκαν υπέρ της παγκόσμιας προσπάθειας για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Ωστόσο, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα, που είναι το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης, επανήλθε στο προσκήνιο και μάλιστα ως πρόβλημα χειροτέρεψε.

Η παγκόσμια υγειονομική κρίση προκάλεσε αύξηση των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη, λόγω της χρηματοδότησης που απαιτήθηκε για την ανάπτυξη εμβολίων και θεραπειών κατά του Κορωνοϊού, καθώς και της αναγκαίας υποστήριξης των υποδομών υγείας για να υποδεχτούν τους πολυάριθμους νοσούντες. Η επιπλέον αυτή δαπάνη πυροδότησε τη συνολική τάση αύξησης του κόστους υγειονομικής περίθαλψης, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού, αλλά και του αυξημένου κόστους των χρόνιων ασθενειών, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο πρόβλημα στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες.

Ως αποτέλεσμα, η εύρεση ενός μέσου για την εξοικονόμηση πόρων στην υγειονομική περίθαλψη έγινε πιο επείγουσα για τα κράτη. Ένας τρόπος με τον οποίο αντέδρασαν η φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και οι ρυθμιστικές αρχές ήταν η ανάπτυξη και η διευκόλυνση της ανάπτυξης βιο-ομοειδών για την εξοικονόμηση κόστους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ, μόλις το 2% όλων των συνταγών είναι υπεύθυνο για το 37% των καθαρών δαπανών για φάρμακα.

Τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) όσο και στις ΗΠΑ, τα βιο-ομοειδή δεν έχουν ιδιαίτερα μακρά ιστορία στην αγορά, με το πρώτο από αυτά τα προϊόντα να έχει εγκριθεί στην ΕΕ το 2006 και στις ΗΠΑ το 2015. Σύμφωνα με έρευνα του Association for Accessible Medicine (AAM), από το 2015 έως το 2018, το περιορισμένο μερίδιο αγοράς που κέρδισαν τα εννέα βιο-ομοειδή που εγκρίθηκαν εκείνα τα χρόνια οδηγησε σε εξοικονόμηση κόστους ύψους 2,1 δισ. δολ.  Αντίστοιχα τα πρώτα χρόνια των βιο-ομοειδών στην Ευρώπη, υπήρχαν παρόμοια χαμηλά επίπεδα υιοθέτησης, με έναν από τους λόγους να είναι η έλλειψη κατανόησης της έννοιας, ισχυρίζεται η Οργάνωση Generics and Biosimilars σε έρευνά της.

Στις Η.Π.Α., όπου τα βιο-ομοειδή κυκλοφορούν στην αγορά για λιγότερο από μια δεκαετία, αυτή η μη εξοικείωση είναι ακόμα εμφανής. Σε μια έρευνα του Cardinal Health, το 38% των ρευματολόγων δήλωσε ότι η κύρια ανησυχία τους για τη συνταγογράφηση βιο-ομοειδών ήταν για την αποτελεσματικότητά τους και το 21% σημείωσε ανησυχία για την έλλειψη οικονομικού οφέλους. Ως αποτέλεσμα, από τους ερωτηθέντες, η πλειονότητα ήταν απρόθυμη να χρησιμοποιήσει προϊόντα βιο-ομοειδών για τους ασθενείς τους, παρά το γεγονός ότι  έχουν αποδείξει παρόμοια αποτελεσματικότητα με τις αρχικές θεραπείες, ενώ και οικονομικά είναι φθηνότερα.

Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι η αγορά αρχίζει να στρέφεται υπέρ της χρήσης βιο-ομοειδών. 

Το 2020, η έρευνα της AAM έδειξε ότι οι εξοικονομήσεις από τη χρήση βιο-ομοειδών τριπλασιάστηκαν από το 2019. Η επιτυχία ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτη για θεραπείες στην ογκολογία, όπου τρία βιο-ομοειδή προϊόντα τα bevacizumab, rituximab και trastuzumab, κέρδισαν σχεδόν το 60% του μεριδίου αγοράς από τα προϊόντα αρχικής παραγωγής. 

Εκπρόσωπος της Amgen, ανέφερε στο pharmaphorum: «33 βιο-ομοειδή έχουν εγκριθεί και 21 βιο-ομοειδή έχουν κυκλοφορήσει, παρέχοντας στους ασθενείς μια σειρά επιλογών θεραπείας και μεγαλύτερο βαθμό ευελιξίας επιλογής. Στις ΗΠΑ, τα βιο-ομοειδή έχουν κερδίσει σημαντικό μερίδιο στην πλειονότητα των θεραπευτικών τομέων που έχουν εισαχθεί».

Για να υποστηρίξουν αυτή τη δήλωση, επικαλέστηκαν την έρευνα της ίδιας της Amgen, η οποία δείχνει ότι τα βιο-ομοειδή που κυκλοφόρησαν τα τελευταία δύο χρόνια ανέρχονται κατά μέσο όρο στο 65% του μεριδίου αγοράς, έναντι μόλις 13% αυτών που κυκλοφόρησαν πριν από το 2019.

Στην Ευρώπη, η IQVIA βρήκε μια παρόμοια κατάσταση, όπου τα βιο-ομοειδή έφτασαν το 50% του μεριδίου αγοράς του αρχικού φαρμάκου μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο από την κυκλοφορία, ενώ τα προηγούμενα λανσαρίσματα προϊόντων χρειάστηκαν πάνω από δύο χρόνια για να διαχειριστούν παρόμοια θέση. 
Στην έκθεσή της, η IQVIA επισημαίνει έναν άλλο παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη απορρόφηση βιο-ομοειδών: τον αυξανόμενο αριθμό εταιρειών που παράγουν βιο-ομοειδή. Ο αριθμός των εταιρειών με εμπειρία στην ανάπτυξη βιο-ομοειδών έχει αυξηθεί από μόλις έξι κατά τη διάρκεια των ετών 2011 έως 2015 σε 42, μεταξύ 2016 και 2020. Εκτιμάται ότι η εξοικονόμηση πόρων από τα βιο-ομοειδή θα φτάσει τα 133 δισ. δολ. έως το 2025 από 7,9 δισ. δολ. το 2020. 

Πηγές:
https://pharmaphorum.com/