"Στη Φαρμακευτική δεν συζητάμε μόνο για το αν έχουμε καλά φάρμακα, αλλά και για το κατά πόσο ο ασθενής είναι διατεθειμένος να τα πάρει". Με τη φράση αυτή, ο καθηγητής Κυτταρικής και Μοριακής Βιολογίας στο Τμήμα Φαρμακευτικής του ΑΠΘ, Χρήστος Παναγιωτίδης (φωτογραφία), διατυπώνει επιφυλάξεις για την βιωσιμότητα μιας στρατηγικής διαδοχικών ενισχυτικών δόσεων εμβολιασμού κατά της COVID-19 ανά εξάμηνο.

Στη συνέντευξή του στο iatronet.gr επισημαίνει από τη μια την κόπωση του πληθυσμού και από την άλλη την απροθυμία ενός μέρους των πολιτών με το επιχείρημα της ηπιότητας των νέων παραλλαγών. Σημειώνει πως πολλά θα κριθούν από το πόσο γρήγορα θα είναι διαθέσιμα σε επαρκείς δόσεις τα επικαιροποιημένα εμβόλια που θα αντιμετωπίζουν τις παραλλαγές και θα γίνονται σε ετήσια βάση.

Αναφορικά με την ευλογιά των πιθήκων, αξιολογεί ως μέτριο τον κίνδυνο, ενώ επισημαίνει τα τρωτά σημεία των διαθέσιμων εμβολίων και φαρμάκων, σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα, τη δυνατότητα μόλυνσης ευάλωτων ατόμων, αλλά και την διαθεσιμότητά τους σε επαρκείς δόσεις.

Μη βιώσιμος ο εμβολιασμός ανά εξάμηνο

Ο εμβολιασμός του γενικού πληθυσμού με την επόμενη αναμνηστική δόση το φθινόπωρο έχει ήδη προαναγγελθεί από τους επιστήμονες και από την ηγεσία του υπουργείου Υγείας, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές σήμερα αν αυτός θα γίνει με τα υπάρχοντα ή με επικαιροποιημένα εμβόλια.

"Προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν θα είναι βιώσιμο να ζητάμε από τον κόσμο κάθε έξι μήνες αναμνηστική δόση. Έχει κουραστεί ο κόσμος", υποστηρίζει ο κ. Παναγιωτίδης. Αναφέρεται στις προσπάθειες ανάπτυξης δισθενών εμβολίων, όπως αυτό που δοκιμάζει η Moderna, που θα αντιμετωπίζουν και την παραλλαγή Όμικρον εκτός από το αρχικό στέλεχος και θα έχουν μεγαλύτερη ευρύτητα όσον αφορά την κάλυψη. Το "στοίχημα" είναι πόσο γρήγορα αυτά θα είναι διαθέσιμα για γενικό εμβολιασμό.

"Το φθινόπωρο πιστεύω ότι θα είναι πολύ δύσκολο να υπάρχουν επαρκείς δόσεις για τα δισθενή εμβόλια. Βάζουμε τα χρήματά μας σε περισσότερα από ένα νούμερα - για να το πω πολύ απλά - για να έχουμε μεγαλύτερες πιθανότητες. Κι αυτό κάνουν οι φαρμακευτικές εταιρίες", σημειώνει για να προσθέσει πως αν δεν υπάρχουν αρκετές δόσεις ο εμβολιασμός θα γίνει με τα υπάρχοντα εμβόλια.

Ο καθηγητής διευκρινίζει πως η γενική προστασία του πληθυσμού δεν εξαρτάται μόνο από τους τίτλους αντισωμάτων που αρχίζουν να υποχωρούν σταδιακά 3 - 4 μήνες μετά τον εμβολιασμό, αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως το ανοσοποιητικό και η γενική υγεία του πληθυσμού. "Από εκεί και πέρα οι επιδημιολόγοι θα τα βάλουν στη ζυγαριά, γιατί οποιαδήποτε λύση πρέπει να είναι ρεαλιστική. Αν ο κόσμος δεν ανταποκριθεί στο κάλεσμα για εμβολιασμό θα είναι σαν να μην κάνουμε τίποτα", υπογραμμίζει.

Ο κόσμος πιστεύει ότι έχει τελειώσει το παιχνίδι

Ο κ. Παναγιωτίδης αποδίδει τη διαφαινόμενη έναρξη ενός θερινού κύματος της πανδημίας στην παντελή κατάργηση της χρήσης μάσκας από τους πολίτες, μετά την άρση της υποχρεωτικότητάς της. "Εγώ όταν είμαι με τους φοιτητές μου, όταν είμαι στο ασανσέρ ή σε κλειστούς χώρους πάντα τη φοράω", λέει, τονίζοντας την αξία της ατομικής προστασίας για τον περιορισμό της μετάδοσης. "Δυστυχώς, αυτό το καλοκαίρι αυτό δεν θα εφαρμοστεί. Είναι το πρώτο καλοκαίρι χωρίς μέτρα, ο κόσμος πιστεύει πως έχει τελειώσει το παιχνίδι και αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση των κρουσμάτων, την οποία βλέπουμε ήδη".

Παρομοιάζει τον ιό με τη φωτιά, η οποία για να απλωθεί θέλει ένα ξερό υπόστρωμα. Με τον εμβολιασμό έχουμε περιορίσει κατά πολύ αυτό το υπόστρωμα, αλλά όχι πλήρως, παρατηρεί, ενώ χτυπάει καμπανάκι κινδύνου για την εμφάνιση νέων παραλλαγών. "Ο καθένας από εμάς ο οποίος μολύνεται είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής του ιού. Όσο περισσότερα εργοστάσια έχουμε τόσο υπάρχει πιθανότητα να έχουμε και κάποια παραλλάγματα, γιατί μεταλλάξεις γίνονται συνεχώς και πολλές".

Ευλογιά πιθήκων: Τα τρωτά εμβολίων και φαρμάκων

Αξιολογώντας το μέγεθος της νέας απειλής που ακούει στο όνομα ευλογιά των πιθήκων, ο κ. Παναγιωτίδης αναφέρει πως "ναι μεν ανησυχούμε, αλλά μπορούμε να την περιορίσουμε", καθώς τα συμπτώματα δεν είναι τόσο έντονα που να φοβίζουν, ενώ χρειάζεται πολύ κοντινή επαφή για τη μετάδοση.

Ο ίδιος παραθέτει τα αδύναμα σημεία των εμβολίων και των φαρμάκων που υπάρχουν στη διάθεσή μας για την αντιμετώπιση του ιού. Εκτός από την περιορισμένη διαθεσιμότητα σε δόσεις, επισημαίνει θέματα αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αλλά και κινδύνου μόλυνσης ευάλωτων ανθρώπων στον στενό κύκλο του εμβολιασμένου.

"Τα πιο πολλά εμβόλια είναι ζωντανοί ιοί (η παλιά ‘βατσίνα’ θα λέγαμε) οι οποίοι σε κάποιο υγιές άτομο δεν προκαλούν έντονη νόσηση. Αλλά, πολλαπλασιάζονται και για αυτό υπάρχουν αντενδείξεις σε ανθρώπους που είναι σε ανοσοκαταστολή, που λαμβάνουν χημειοθεραπεία", εξηγεί και προσθέτει: "όταν εμβολιάζεται κάποιος με αυτά τα ζωντανά τα εξασθενημένα εμβόλια κατά της ευλογιάς, μπορεί να μολύνει την οικογένειά του. Άρα, αν στην οικογένειά μας έχουμε κάποιον ή κάποια που είναι σε διαδικασία χημειοθεραπείας ή έχει κάποια αιματολογική νόσο πρέπει να είμαστε πάρα πάρα πολύ προσεκτικοί". Για το εμβόλιο που γίνεται υποδόρια και δεν πολλαπλασιάζεται σημειώνει το ζήτημα της αναζήτησης δόσεων αν αυτό εξελιχθεί σε πανδημία.

Σε ό,τι αφορά τα αντιιικά φάρμακα, ο καθηγητής αναφέρει πως είναι θετική η πρόσφατη έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση του TPOX tecovirimat που είναι εξειδικευμένο κατά του ιού της ευλογιάς και της ευλογιάς των πιθήκων. Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η αποτελεσματικότητά του σε πραγματικό περιβάλλον, καθώς όλες οι έρευνες έχουν γίνει σε ζωικά μοντέλα, επειδή η ευλογιά έχει εξαλειφθεί εδώ και 50 χρόνια.

"Φυσικά, και εδώ έχουμε το θέμα των δόσεων. Αυτή τη στιγμή η Αμερική που είναι στην πρωτοπορία έχει στα στρατηγικά της αποθέματα δύο εκατομμύρια δόσεις. Πολλές μεν, αλλά αν σκεφτούμε τι έγινε με την COVID-19 δεν επαρκούν", λέει, για να καταλήξει παρατηρώντας πως "δεν φαίνεται να εξελίσσεται σε κάτι τέτοιο, η διασπορά φαίνεται να είναι αργή".