Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) είναι η τρίτη κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως, επηρεάζοντας πάνω από 390 εκατομμύρια άτομα, ενώ ευθύνεται για περισσότερους από 3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Ιστορικά θεωρείτο ασθένεια κυρίως των μεγάλης ηλικίας ανδρών καπνιστών, ωστόσο τα επιδημιολογικά πρότυπα έχουν αλλάξει: ιδιαίτερα τις τελευταίες δύο δεκαετίες ο επιπολασμός της ΧΑΠ στις γυναίκες αυξάνεται σταθερά, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στην αύξηση της καπνιστικής συνήθειας στο γυναικείο φύλο στον ανεπτυγμένο κόσμο, καθώς και στη μεγαλύτερη έκθεση των γυναικών σε οικιακή ρύπανση από καύση βιομάζας στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Βιβλιογραφική ανασκόπηση σε δεκάδες διεθνείς μελέτες, από επιστήμονες της Πνευμονολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με διευθυντή τον καθηγητή Πνευμονολογίας Κωνσταντίνο Κωστίκα, καταδεικνύει τις ισχυρές διαφορές στη ΧΑΠ με βάση το βιολογικό και κοινωνικό φύλο, τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα των γυναικών στις βλαβερές συνέπειες του καπνού, τις διαφορετικές κλινικές εκδηλώσεις της ασθένειας και τις διαφορές στην έκβαση ανάμεσα στα φύλα.

Η υπεύθυνη της ανασκόπησης, επίκουρη καθηγήτρια Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Αθηνά Γόγαλη (φωτογραφία), μιλά στο iatronet.gr για τα βασικά συμπεράσματα της επιστημονικής εργασίας, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, με πρώτο συγγραφέα τον Επιμελητή Β στην Κλινική, Χρήστο Κυριακόπουλο, καθώς και για τη μελλοντική προοπτική εξατομικευμένης διαχείρισης της ΧΑΠ, που θα λαμβάνει υπόψη και το φύλο.

Βιολογικά πιο ευάλωτες οι γυναίκες

Όπως επισημαίνουν οι μελετητές, το βιολογικό φύλο επηρεάζει τη γεωμετρία των αεραγωγών και τη δομή των πνευμόνων, τη λειτουργία του βλεννογόνου και του επιθηλίου, την ανοσία και τη φλεγμονή, τις μεταβολικές αποκρίσεις και την ευαισθησία σε λοιμώξεις, ενώ το κοινωνικό φύλο αφορά συνήθειες, κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές που διαμορφώνουν τα προφίλ έκθεσης, όπως το μαγείρεμα με καύση βιομάζας, επαγγέλματα καθαρισμού κ.ά.

Όπως προκύπτει από διεθνείς μελέτες, οι γυναίκες μπορεί να είναι βιολογικά πιο ευαίσθητες στις βλαβερές συνέπειες του καπνού. Συχνά αναπτύσσουν ΧΑΠ σε νεότερες ηλικίες και μάλιστα με λιγότερη έκθεση (λιγότερα πακέτα-έτη) σε σχέση με τους άνδρες. "Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί απόλυτα. Μια θεωρία αποδίδει το γεγονός στο ότι έχουν μικρότερους αεραγωγούς σε σχέση με τον όγκο των πνευμόνων, κάτι που οδηγεί σε μεγαλύτερη ευαισθησία σε εισπνεόμενους ρύπους", εξηγεί η κα Γόγαλη. Επίσης, παρατηρείται ότι οι γυναίκες καπνίστριες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη δυσκολία στη διακοπή καπνίσματος, λόγω εντονότερων συμπτωμάτων στέρησης και ψυχολογικών παραγόντων.

Κλινικές εκδηλώσεις και έκβαση

Σε ό,τι αφορά τις κλινικές εκδηλώσεις, οι γυναίκες αναφέρουν συχνότερα δύσπνοια, ακόμη κι όταν η μείωση της πνευμονικής λειτουργίας είναι παρόμοια με τους άνδρες, καθώς και μεγαλύτερη ψυχολογική επιβάρυνση, όπως άγχος και κατάθλιψη, ενώ οι άνδρες εμφανίζουν περισσότερο βήχα και παραγωγή πτυέλων. 

"Τα συμπτώματα είναι πιο έντονα στις γυναίκες, ενώ λόγω του αυξημένου ψυχολογικού φόρτου τα βιώνουν και πιο έντονα, έτσι έχουμε πιο συχνή προσέλευση γυναικών στο νοσοκομείο", παρατηρεί η πνευμονολόγος, προσθέτοντας πως οι γυναίκες κάνουν συχνότερες παροξύνσεις. "Αυτό έχει και βιολογικό υπόβαθρο, καθώς λόγω των ορμονών υπάρχει και μεγαλύτερη φλεγμονώδης απάντηση", σημειώνει. 

Παρά τις περισσότερες παροξύνσεις και τις αυξημένες νοσηλείες, από μεγάλες σειρές περιστατικών φαίνεται πως οι γυναίκες έχουν οριακά καλύτερη έκβαση και μεγαλύτερη επιβίωση από τους άνδρες μετά από νοσηλεία. "Αυτό εκτιμάται πως οφείλεται στις συννοσηρότητες. Οι άνδρες έχουν πολύ πιο συχνά καρδιαγγειακά νοσήματα και μεταβολικές διαταραχές", εξηγεί η επίκουρη καθηγήτρια. 

Οι μελέτες δεν διαπιστώνουν σημαντικές διαφορές στα δύο φύλα, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εισπνεόμενων φαρμάκων και την απάντηση στη θεραπεία. 

Σε διαγνωστικό επίπεδο, είναι πιο πιθανό να γίνει υποδιάγνωση ή λανθασμένη διάγνωση σε γυναίκες με ΧΑΠ, παρά σε άνδρες με την ίδια πάθηση. 

Κενό στην εξατομικευμένη διαχείριση της ΧΑΠ

Παρά τις σημαντικές διαφορές που διαπιστώνει η διεθνής βιβλιογραφία, οι κατευθυντήριες οδηγίες και οι θεραπευτικές στρατηγικές στην κλινική πράξη δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το φύλο, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη ενός κενού στην εξατομικευμένη διαχείριση της ΧΑΠ. 

Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της μελέτης, στο εγγύς μέλλον, οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν ευρήματα περιπτώσεων και διαγνωστικές στρατηγικές προσανατολισμένες στο βιολογικό και κοινωνικό φύλο, να ελέγχουν για σχετικές συννοσηρότητες και ιδανικά να υιοθετούν προσαρμοσμένες εξατομικευμένες συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Ανάλογες στρατηγικές, όπως σημειώνουν, θα ενισχύσουν τη διαγνωστική ακρίβεια, θα βελτιστοποιήσουν τις θεραπευτικές επιλογές και θα μειώσουν τις ανισότητες.

"Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ενσωμάτωση του φύλου και του κοινωνικού φύλου στην έρευνα και στην κλινική πράξη, να έχουμε μεγάλες μελέτες που να περιλαμβάνουν ανάλυση κατά φύλο, που να εξετάζουν τους ορμονικούς, γενετικούς παράγοντες και το κοινωνικό περιβάλλον που επηρεάζει την προσέγγιση στη θεραπεία και όλες τις άλλες παραμέτρους που αναφέραμε, οπότε να έχουμε πιο σαφείς κατευθυντήριες οδηγίες και να τις εφαρμόσουμε στην κλινική πράξη. Είμαστε μακριά ακόμη από αυτό", σημειώνει η κ. Γόγαλη.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Πολλαπλή Σκλήρυνση: Έγκαιρη διάγνωση και  ολιστική προσέγγιση στη θεραπεία
Μαγιορκίνης: Καταλήγει τo 30% των σοβαρών κρουσμάτων χανταΐού
8ο Ελληνικό Συνέδριο Ογκολογίας