Σε ασθενείς με μη μυοδιηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης ενδιάμεσου κινδύνου (IR-NMIBC), η επικουρική ενδοκυστική ανοσοθεραπεία με Bacillus Calmette-Guérin (BCG) παρουσίασε παρόμοια ογκολογικά αποτελέσματα με την ενδοκυστική χημειοθεραπεία με επιρουβικίνη, ενώ παράλληλα προσέφερε μεγαλύτερη διάρκεια επιβίωσης χωρίς υποτροπή της νόσου.
Ωστόσο, η θεραπεία με BCG συσχετίστηκε με περισσότερες τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες και χαμηλότερη ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία. Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό "Urologic Oncology: Seminars and Original Investigations".
Μετά από πλήρη διουρηθρική εκτομή του όγκου της ουροδόχου κύστης, οι ασθενείς με μη μυοδιηθητικό καρκίνο ενδιάμεσου κινδύνου λαμβάνουν συνήθως είτε ενδοκυστική χημειοθεραπεία είτε ενδοκυστική ανοσοθεραπεία με BCG.
Μέχρι σήμερα, όμως, υπήρχαν περιορισμένα στοιχεία από καλά σχεδιασμένες μελέτες που να συγκρίνουν άμεσα τις δύο θεραπευτικές προσεγγίσεις ως προς την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και την επίδρασή τους στην ποιότητα ζωής.
Στη συγκεκριμένη τυχαιοποιημένη μελέτη συμμετείχαν 134 ασθενείς, οι οποίοι κατανεμήθηκαν σε θεραπεία με BCG ή επιρουβικίνη. Η παρακολούθηση πραγματοποιήθηκε κάθε τρεις έως έξι μήνες με κυστεοσκόπηση και κυτταρολογική εξέταση ούρων.
Πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η υποτροπή, η εξέλιξη της νόσου και η επιβίωση χωρίς νόσο, ενώ ως δευτερεύοντα αξιολογήθηκαν οι ανεπιθύμητες ενέργειες και η ποιότητα ζωής με τη χρήση του ερωτηματολογίου EORTC QLQ-C30.
Στην τελική ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 122 ασθενείς, με μέση διάρκεια παρακολούθησης 19 μηνών.
Η υποτροπή καταγράφηκε στο 19,4% των ασθενών που έλαβαν BCG και στο 28,5% όσων έλαβαν επιρουβικίνη, χωρίς όμως η διαφορά να είναι στατιστικά σημαντική.
Αντίθετα, η επιβίωση χωρίς υποτροπή ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα του BCG, φθάνοντας τους 18 μήνες, έναντι 16,7 μηνών στην ομάδα της επιρουβικίνης (p=0,02).
Από την άλλη πλευρά, οι τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως δυσουρία, επιτακτική ούρηση και αυξημένη συχνότητα ούρησης, εμφανίστηκαν συχνότερα στους ασθενείς που έλαβαν BCG (19,5% έναντι 10%, p=0,03).
Επιπλέον, οι ασθενείς της ομάδας BCG ανέφεραν χαμηλότερη ποιότητα ζωής, κυρίως λόγω εντονότερων συμπτωμάτων από το ουροποιητικό σύστημα και αυξημένων ανησυχιών σχετικά με τη μελλοντική πορεία της θεραπείας.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι, παρά το πλεονέκτημα του BCG ως προς την παράταση της περιόδου χωρίς υποτροπή, η αυξημένη τοξικότητα και η επιβάρυνση της ποιότητας ζωής καθιστούν αναγκαία την εξατομικευμένη ενημέρωση και τη συμμετοχή του ασθενούς στη λήψη της θεραπευτικής απόφασης.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Η καταστολή της όρεξης από τους αγωνιστές GLP-1 οφείλεται κυρίως σε κεντρικούς μηχανισμούς δράσης και όχι στην καθυστέρηση της γαστρικής κένωσης
Τα μυρωδικά που περιέχουν μαγνήσιο
Εντοπίστηκε παραλλαγή του ιού της γρίπης των πτηνών H5 σε θαλασσοπούλι στην Αυστραλία