Τα τελευταία χρόνια, η διάγνωση μιας πάθησης του θυρεοειδούς συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την ίδια αναζήτηση στο διαδίκτυο: «Τι πρέπει να τρώω;». Χιλιάδες ιστοσελίδες και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προτείνουν ειδικές δίαιτες, αποκλεισμό ολόκληρων ομάδων τροφίμων και συμπληρώματα που υπόσχονται να «ρυθμίσουν» τον θυρεοειδή ή ακόμη και να θεραπεύσουν τον υποθυρεοειδισμό, τον υπερθυρεοειδισμό και τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Ωστόσο, η επιστημονική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.
Όπως εξηγεί η Επ. Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας ΕΚΠΑ Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου, μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι υπάρχει μια ειδική «δίαιτα θυρεοειδούς» με θεραπευτική δράση. Καμία τροφή, κανένα διατροφικό πρότυπο και κανένα συμπλήρωμα δεν μπορεί να θεραπεύσει τις παθήσεις του θυρεοειδούς ή να υποκαταστήσει τη φαρμακευτική αγωγή όταν αυτή είναι απαραίτητη. Η βάση της αντιμετώπισης παραμένει η σωστή διάγνωση, η εξατομικευμένη παρακολούθηση από τον ενδοκρινολόγο και η κατάλληλη θεραπεία.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η διατροφή δεν έχει σημασία. Αντίθετα, μια ισορροπημένη διατροφή αποτελεί βασικό παράγοντα για τη συνολική υγεία και βοηθά τον οργανισμό να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για τη φυσιολογική λειτουργία του. Η μεσογειακή διατροφή, πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ψάρια, άπαχες πρωτεΐνες και καλά λιπαρά, παραμένει η καλύτερη επιλογή και για τα άτομα με θυρεοειδοπάθειες.
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα αφορά το ιώδιο. Πρόκειται για απαραίτητο ιχνοστοιχείο, καθώς χρησιμοποιείται από τον θυρεοειδή αδένα για την παραγωγή των ορμονών θυροξίνης (Τ4) και τριιωδοθυρονίνης (Τ3). Ωστόσο, η ανάγκη του οργανισμού σε ιώδιο είναι συγκεκριμένη και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες καλύπτεται επαρκώς μέσω της καθημερινής διατροφής. Η λήψη συμπληρωμάτων ιωδίου χωρίς ιατρική ένδειξη όχι μόνο δεν προσφέρει επιπλέον όφελος, αλλά μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβής. Στα άτομα που λαμβάνουν θεραπεία για υποθυρεοειδισμό με λεβοθυροξίνη δεν υπάρχει λόγος χορήγησης συμπληρωμάτων ιωδίου, ενώ στους ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό ή νόσο Graves η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να επιδεινώσει τη νόσο και να μειώσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στα σκευάσματα από φύκια, όπως το kelp ή το sea moss, τα οποία περιέχουν πολύ υψηλές ποσότητες ιωδίου και συχνά προωθούνται λανθασμένα ως φυσικά «ενισχυτικά» του θυρεοειδούς.
Εξίσου διαδεδομένη είναι η πεποίθηση ότι συγκεκριμένα συμπληρώματα μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς. Το σελήνιο είναι το περισσότερο μελετημένο από αυτά, καθώς αποτελεί απαραίτητο συστατικό των ενζύμων που μετατρέπουν τη θυροξίνη (Τ4) στην ενεργό μορφή της ορμόνης, την Τ3. Παρότι ορισμένες μελέτες δείχνουν πιθανό όφελος σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως η ήπια θυρεοειδική οφθαλμοπάθεια, τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν τη συστηματική λήψη συμπληρωμάτων σεληνίου από όλους τους ασθενείς με θυρεοειδοπάθειες. Αντίθετα, η υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα και να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
Παρόμοια είναι τα δεδομένα και για άλλα δημοφιλή συμπληρώματα, όπως ο ψευδάργυρος, το μαγνήσιο, η βιταμίνη D, η βιταμίνη Β12 ή ακόμη και το τζίντζερ. Παρότι οι ελλείψεις αυτών των θρεπτικών συστατικών πρέπει να αντιμετωπίζονται όταν διαπιστώνονται, δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η χορήγησή τους βελτιώνει από μόνη της τη λειτουργία του θυρεοειδούς ή αλλάζει την πορεία της νόσου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη λήψη της λεβοθυροξίνης, του φαρμάκου που χορηγείται στον υποθυρεοειδισμό. Η απορρόφησή της επηρεάζεται σημαντικά από ορισμένα τρόφιμα και συμπληρώματα. Για τον λόγο αυτό συνιστάται να λαμβάνεται με άδειο στομάχι και να μεσολαβούν τουλάχιστον τέσσερις ώρες πριν από τη λήψη σκευασμάτων που περιέχουν ασβέστιο ή σίδηρο, καθώς και ορισμένων προϊόντων σόγιας, τα οποία μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητά της.
Ένα ακόμη θέμα που συχνά παραβλέπεται είναι η βιοτίνη (βιταμίνη Β7), η οποία περιέχεται σε πολλά συμπληρώματα για την ενίσχυση των μαλλιών και των νυχιών. Η βιοτίνη δεν επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία του θυρεοειδούς, όμως οι υψηλές δόσεις μπορούν να αλλοιώσουν τις εργαστηριακές εξετάσεις, δίνοντας ψευδώς αυξημένες ή μειωμένες τιμές των θυρεοειδικών ορμονών και της TSH. Για τον λόγο αυτό συνιστάται η διακοπή της λίγες ημέρες πριν από τον εργαστηριακό έλεγχο, πάντοτε σε συνεννόηση με τον θεράποντα ιατρό.
Συχνά οι ασθενείς αναρωτιούνται αν πρέπει να αποκλείσουν τη γλουτένη, τα γαλακτοκομικά ή τα σταυρανθή λαχανικά, όπως το μπρόκολο, το λάχανο και το κουνουπίδι. Η επιστημονική τεκμηρίωση, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοιους γενικευμένους περιορισμούς. Η δίαιτα χωρίς γλουτένη έχει θέση μόνο όταν συνυπάρχει κοιλιοκάκη ή άλλη τεκμηριωμένη ένδειξη, ενώ τα σταυρανθή λαχανικά μπορούν να καταναλώνονται με ασφάλεια στο πλαίσιο μιας φυσιολογικής και ισορροπημένης διατροφής.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι δεν υπάρχουν «μαγικές» τροφές ούτε θαυματουργά συμπληρώματα που θεραπεύουν τις παθήσεις του θυρεοειδούς. Η καλύτερη στρατηγική παραμένει μια ισορροπημένη διατροφή, η σωστή λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, η αποφυγή αχρείαστων ή υπερβολικών συμπληρωμάτων και η τακτική παρακολούθηση από ενδοκρινολόγο. Η επιστήμη σήμερα δείχνει ξεκάθαρα ότι η διατροφή μπορεί να υποστηρίξει τη συνολική υγεία, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει την τεκμηριωμένη ιατρική θεραπεία.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Τ.Ε.Α.Υ.Φ.Ε: Επενδύει στη νέα γενιά μέσω της πρακτικής άσκησης
Ο μοναχικός ασθενής: Μια σύγχρονη πρόκληση για τη νοσηλευτική και το σύστημα υγείας
Γ. Σωτηρόπουλος: Eξατομικευμένη αντιμετώπιση στη Χειρουργική Κλινική Μεταμόσχευσης Ήπατος και Χειρουργικής Ηπατοπαθών ΕΚΠΑ – Γ.Ν.Α. ''Λαϊκό''