Άνθρωποι με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης παραμένουν χωρίς την προβλεπόμενη εμβολιαστική προστασία, παρά την ύπαρξη επιστημονικών συστάσεων. Η έγκαιρη αναγνώριση των αναγκών τους, η εξατομικευμένη ενημέρωση και η οργανωμένη παρακολούθηση των εκκρεμών δόσεων αποτελούν κρίσιμα βήματα για την κάλυψη αυτού του κενού.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα του επιστημονικού διαδικτυακού σεμιναρίου (webinar) με θέμα «Από τα δεδομένα στην πράξη: Εμβολιαστική κάλυψη ευπαθών ομάδων υψηλού κινδύνου», που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Επισκεπτών Υγείας (ΠΣΕΥ) στις 7 Οκτωβρίου 2026, με την ευγενική υποστήριξη των εταιρειών ΒΙΑΝΕΞ, GSK και Pfizer. Χαιρετισμό απηύθυνε η Πρόεδρος του ΠΣΕΥ/ΝΠΔΔ, κα Μαρία Σακουφάκη, ενώ τον συντονισμό είχε η Γενική Γραμματέας, κα Δέσποινα Τοπάλη.
Ο Εμμανουήλ Σμυρνάκης, Καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας – Ιατρικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπογράμμισε ότι η ηλικία δεν είναι ο μόνος παράγοντας που καθορίζει τις εμβολιαστικές ανάγκες. Τα χρόνια νοσήματα, η ανοσοκαταστολή, η εγκυμοσύνη και η επαγγελματική έκθεση απαιτούν εξατομικευμένη αξιολόγηση. Παρουσιάζοντας τις συστάσεις για τους ενήλικες υψηλού κινδύνου, ανέδειξε την ανάγκη ενεργητικής προσέγγισης των πολιτών και αξιοποίησης της σχέσης εμπιστοσύνης με τους επαγγελματίες υγείας.
Στις ιδιαίτερες ανάγκες των παιδιών και εφήβων υψηλού κινδύνου επικεντρώθηκε η Βάνα Παπαευαγγέλου, Καθηγήτρια Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ, Γ΄ Παιδιατρική Κλινική του ΠΓΝ «Αττικόν». Εξήγησε ότι το υποκείμενο νόσημα και η θεραπεία μπορεί να επιβάλλουν προσαρμογές στο εμβολιαστικό πρόγραμμα. Τόνισε ιδιαίτερα τη σημασία του ελέγχου του ιστορικού και της αναπλήρωσης των δόσεων που έχουν παραλειφθεί. Καθώς τα παιδιά αυτά συχνά παρακολουθούνται κυρίως από εξειδικευμένους ιατρούς, χρειάζεται συνεργασία με τον παιδίατρο, ώστε η εμβολιαστική πρόληψη να παραμένει σταθερό μέρος της φροντίδας τους.
Η Χαραλαμπία Τσαγρή, Επισκέπτρια Υγείας, MPH, PhD, της 1ης ΤΟΜΥ Πατρών – Τριών Ναυάρχων, εστίασε στο πώς εντοπίζονται και αντιμετωπίζονται τα εμβολιαστικά κενά στην πράξη. Ανέδειξε τη συνδυαστική αξιοποίηση του ιστορικού, των διαθέσιμων ηλεκτρονικών μητρώων και των πληροφοριών της μονάδας υγείας. Η προσωπική σύσταση, οι υπενθυμίσεις και η διευκόλυνση της πρόσβασης μπορούν να υποστηρίξουν την ολοκλήρωση του εμβολιασμού. Όπως προέκυψε από την παρουσίασή της, ζητούμενο είναι να παρακολουθείται το αποτέλεσμα της παρέμβασης: ποιοι εμβολιάστηκαν και ποιοι εξακολουθούν να έχουν εκκρεμότητες.
Η Μέμη Τσεκούρα, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, υπογράμμισε την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των επαγγελματιών υγείας και ενεργού συμμετοχής των ασθενών, με έμφαση στην κατανόηση των αναγκών τους και στην αντιμετώπιση των εμποδίων πρόσβασης.
Η βελτίωση της εμβολιαστικής κάλυψης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη διαθεσιμότητα των εμβολίων ή την ύπαρξη επιστημονικών οδηγιών. Απαιτεί τη συστηματική αναγνώριση των ατόμων υψηλού κινδύνου, τον έλεγχο της εμβολιαστικής τους κατάστασης, την αξιοποίηση των διαθέσιμων ψηφιακών εργαλείων, την ουσιαστική επικοινωνία με τους πολίτες και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών υγείας.
Κάθε επαφή με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία ελέγχου της εμβολιαστικής κατάστασης
Ο ΠΣΕΥ αναδεικνύει την ανάγκη αυτός ο έλεγχος να εντάσσεται συστηματικά στην καθημερινή φροντίδα, με τους Επισκέπτες Υγείας να συμβάλλουν στην ενημέρωση, στην προσέγγιση της κοινότητας και στην παρακολούθηση της ολοκλήρωσης των εμβολιασμών.
Σε αυτή την προσπάθεια, οι Επισκέπτες Υγείας μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Μέσα από τη συνεχή επαφή τους με την κοινότητα, την εξατομικευμένη συμβουλευτική και την οργάνωση παρεμβάσεων πρόληψης, συμβάλλουν στη μείωση των χαμένων ευκαιριών εμβολιασμού και στην καλύτερη προστασία όσων διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Τα smartphones δυσκολεύουν τον ύπνο των παιδιών [μελέτη]
Ιλαρά: Αύξηση 40% στα κρούσματα σε παιδιά κάτω των 5 ετών παγκοσμίως
GLP-1 για την παχυσαρκία και τον διαβήτη: Γιατί χρειάζονται εξετάσεις πριν και μετά τη θεραπεία