Οι διατροφικές ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού διαφοροποιούνται αρκετά κατά τους θερινούς μήνες. Κύρια αιτία είναι οι αυξημένες θερμοκρασίες περιβάλλοντος, διαφορετικός τρόπος ζωής και διαφορετικές δραστηριότητες.

Η διαρκής και παρατεταμένη έκθεση του οργανισμού σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να προκαλέσει απώλεια μεγάλων ποσοτήτων ιδρώτα. Εάν η πρόσληψη υγρών δεν είναι η απαιτούμενη τότε αυξάνεται ο κίνδυνος αφυδάτωσης και θερμοπληξίας, ιδιαίτερα για τις ευαίσθητες ηλικιακές ομάδες, όπως είναι οι ηλικιωμένοι και τα μικρά παιδιά.

Για τα μικρά παιδιά λόγω έντονης κινητικότητας και αυξημένων απαιτήσεων σε υγρά ενώ για τους ηλικιωμένους λόγω της μειωμένης λειτουργίας των ιδρωτοποιών αδένων.

Για τα άτομα που αθλούνται τους καλοκαιρινούς μήνες, εάν η θερμότητα δεν απελευθερωθεί από το σώμα διαμέσου της μεταβολικής δραστηριότητας τότε συνδυαζόμενη με τη θερμότητα του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης μπορεί να οδηγήσει σε δραματική αύξηση στη θερμοκρασία του σώματος, κατάσταση που ονομάζεται υπερθερμία.

Η υπερθερμία μπορεί να οδηγήσει σε θερμικό τραυματισμό.

Ο βασικός μηχανισμός για την απώλεια θερμότητας είναι η εξάτμιση του ιδρώτα και υπολογίζεται ότι περίπου 600 kcals χρησιμοποιούνται από την ψυκτική επίδραση του ιδρώτα, για την παραγωγή 1 λίτρου ιδρώτα.
Ένα δεύτερο λιγότερο σημαντικό μέσον απώλειας θερμότητας είναι η ακτινοβολία.

Η θερμότητα που παράγεται στον μύ που εργάζεται μεταφέρεται διαμέσου της αιματικής ροής στην επιδερμίδα, απ'όπου μπορεί να περάσει στο περιβάλλον. Και με τους δύο θερμορυθμιστικούς μηχανισμούς, το νερό του σώματος είναι ξεκάθαρα το πιο σημαντικό συμμετέχον συστατικό, και είναι μεγάλου ενδιαφέροντος η αξιολόγηση διαφόρων στρατηγικών για την αποκατάστασή του.

Υπάρχουν αποδείξεις ότι η απώλεια σωματικού νερού πάνω από 2% του σωματικού βάρους μπορεί να προκαλέσει σημαντική καταστολή της απόδοσης του ατόμου [σωματικής και πνευματικής] λόγω απώλειας των θερμορυθμιστικών και κυκλοφορικών λειτουργιών.
Οι πιο πιθανές εξηγήσεις αυτής της καταστολής είναι:

  1.  Μειωμένος όγκος πλάσματος και επομένως μειωμένη αιμοδυναμική ικανότητα και μείωση της περιφερικής κυκλοφορίας.
  2. Διαφοροποίηση της λειτουργίας του ιδρωτοποιού αδένα [σε περιπτώσεις μέγάλης απώλειας υγρών]: η εφίδρωση σταματά και με έναν αυτόνομο έλεγχο ο οργανισμός τείνει να διατηρεί το περιεχόμενο νερό.
    Κατά συνέπεια η θερμοκρασία του σώματος αυξάνεται ταχύτατα, αυξάνοντας δραστικά την πιθανότητα κραμπών, εξάντλησης ακόμα και θερμοπληξίας. Η θερμοπληξία έχει ρυθμό θνησιμότητας 80% [σε πληθυσμιακές ομάδες αυξημένης ευαισθησίας - ηλικιωμένοι, παιδιά, αθλητές].

Αφυδάτωση προκύπτει όταν η απώλεια υγρών ξεπερνά την πρόσληψη. Είναι δυσάρεστο διότι η απαιτούμενη πρόσληψη απέχει μακράν από την αίσθηση της δίψας, επειδή το ερέθισμα της δίψας καθυστερεί λόγω της ταχείας αφυδάτωσης.
Συστήνεται λοιπόν η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων υγρών και η αντικατάσταση μικρών γευμάτων με ροφήματα, όπως είναι οι χυμοί φρούτων και το γάλα ή το γιαούρτι.

Για την ισορροπία των υγρών στο σώμα χρειάζεται μία πρόσληψη νερού πάνω από 1.5 λίτρο την ημέρα. Τα τρόφιμα που ενδείκνυται για τους καλοκαιρινούς μήνες είναι τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό, τρόφιμα εύπεπτα, με χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά.

Πολλά φρούτα και λαχανικά πρέπει να περιλαμβάνονται στο διαιτολόγιό μας το καλοκαίρι, μια περίοδος που παράγονται σε μεγάλη ποικιλία. Αποφεύγονται τρόφιμα πλούσια σε λιπάρά, όπως είναι τα μαγειρευτά φαγητά, τα κόκκινα κρεατικά και τα τηγανιτά.

Και αυτό γιατί ο οργανισμος επιβαρύνεται ιδιαίτερα με τη διαδικασία της πέψης, και εμφανίζονται συμπτώματα δυσπεψίας, υπνηλίας, δυσφορίας, αυξημένης εφίδρωσης μετά το γεύμα. Ωφέλιμο θα ήταν να αποφεύγεται η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ και καφέ, διότι έχουν διουρητική δράση στον οργανισμό και εντείνουν ιδιαίτερα την κατάσταση αφυδάτωσης του οργανισμού.