Η Ελλάδα, παρά την έξοδο από τα μνημόνια, συνεχίζει να ταλανίζεται από τις επιπτώσεις της κρίσης, αλλά και από πολλά χρόνια προβλήματα. Μεγάλα ζητήματα για τη χώρα παραμένουν το δημογραφικό και η υποχώρηση της συνολικής χρηματοδότησης για δαπάνες υγείας και φαρμάκου. Η μακρόχρονη οικονομική κρίση έπληξε τη χώρα μας σε παρά πολλά επίπεδα και είχε δραματικές επιπτώσεις στην κοινωνία, την οικονομία, την αγορά του φαρμάκου, τους φορείς του κλάδου, τις εταιρείες μας, αλλά κυρίως στους ασθενείς.

Παράλληλα, ο πληθυσμός γερνά και σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανάγκη για υγειονομική περίθαλψη, δημιουργούνται ασφυκτικές πιέσεις στους προϋπολογισμούς της ασφάλισης υγείας, ενώ η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα καθίσταται μη βιώσιμη σε ένα περιβάλλον μακροχρόνιας ανεργίας και δραματικής μείωσης του εισοδήματος των Ελλήνων.

Σε όλα αυτά προστίθενται τα εμπόδια στην πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμες θεραπείες, στα νέα φάρμακα και εμβόλια, όπως clawback, τέλος εισόδου 25%, αγκυλώσεις-καθυστερήσεις στην εισαγωγή νέων φαρμάκων (υπολειτουργία Επιτροπής Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας και Επιτροπής Διαπραγμάτευσης). Πάνω από δύο χρόνια δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα νέες θεραπείες, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πριν προλάβουμε να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις προκλήσεις, ήρθαμε αντιμέτωποι και με την πανδημία του Covid-19 και τις τραγικές επιπτώσεις της στη δημόσια υγεία, την ανεργία, την οικονομία. Η κρίση της πανδημίας του Covid-19 ανέδειξε τις αδυναμίες, αλλά και τις αυξημένες ανάγκες επιπρόσθετης χρηματοδότησης των υγειονομικών συστημάτων παγκοσμίως, αφενός για να ανταποκριθούν σε συνθήκες κρίσης, αφετέρου για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις αυριανές προκλήσεις, αλλά και του απώτερου μέλλοντος.

Τα όρια εξαντλούνται

Στην Ελλάδα η συνολική εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη έφτασε στα 3,9 δισ. ευρώ το 2019 (εκ των οποίων μόλις το 1,945 εκατ. αποτελεί δημόσια χρηματοδότηση). Το υπερβάλλον ποσό καλύπτεται από τους ασθενείς και τον ιδιωτικό τομέα, με το μεγαλύτερο μέρος να το επωμίζεται ο φαρμακευτικός κλάδος, μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών και εκπτώσεων (clawback & rebates) που καταβάλλει.

Για το 2019, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία, οι φαρμακευτικές θα πρέπει να επιστρέψουν μέσω του clawback πάνω από 1,2 δισ. ευρώ, και πιο συγκεκριμένα 830 εκατ. ευρώ προς τον ΕΟΠΥΥ και 430 εκατ. ευρώ στα νοσοκομεία. Στα ποσά αυτά θα πρέπει να προστεθεί η επιβάρυνση και από τις αναγκαστικές εκπτώσεις προς το Δημόσιο (rebates), οπότε το σύνολο εκτοξεύεται κοντά στα 1,8 δισ.

Η υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης, όμως, συνεχίζει να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Τα στοιχεία του α΄ τριμήνου του 2020, συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα στοιχεία του α΄ τριμήνου του 2019, δείχνουν αύξηση της υπέρβασης κατά 46%! Μόνο η υπέρβαση στον ΕΟΠΥΥ από τον Ιανουάριο μέχρι τον Μάρτιο φτάνει τα 230 εκατ. ευρώ! Αν η πορεία της υπέρβασης σε σχέση με το κλειστό κονδύλι του ΕΟΠΥΥ συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό, η «τρύπα» μπορεί να φτάσει φέτος το 1 δισ. ευρώ από 830 εκατ. πέρσι. Οι εκτιμήσεις για το συνολικό ποσό της υπερφορολόγησης των φαρμακευτικών επιχειρήσεων για το 2020 αγγίζουν τα 2 δισ. ευρώ! Και όσο η φαρμακοβιομηχανία συνεισφέρει στο σύστημα μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών, οι ασθενείς δεν στερήθηκαν τα φάρμακά τους μέχρι τώρα. Τα όρια, όμως, έχουν εξαντληθεί.

Οι αριθμοί φωτίζουν μια τραγική και αδιέξοδη κατάσταση. Δυστυχώς, η βιωσιμότητα του κλάδου απειλείται σοβαρά και το μέλλον διαγράφεται ζοφερό. Αυτή η υπερφορολόγηση οδηγεί σε κατάρρευση τα όρια του συστήματος με δυσμενείς συνέπειες για τους ασθενείς, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε τρεις διαδοχικές εκθέσεις ενισχυμένης εποπτείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφέρεται ότι ο μηχανισμός υποχρεωτικών επιστροφών χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο, δημιουργεί ηθικό κίνδυνο και δεν είναι βιώσιμος.

Βρισκόμαστε σε μια χρονική στιγμή κομβικής σημασίας, για τη χώρα, για τη δημόσια υγεία, για την οικονομία, αλλά και για τον κλάδο του φαρμάκου.

Οι προτάσεις

Τώρα δίνεται στην Ελλάδα η ευκαιρία να αναθεωρήσει και να εκσυγχρονίσει ουσιαστικά τη δομή του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

Διαχρονικά καταθέτουμε στην κυβέρνηση ρεαλιστικές και τεκμηριωμένες προτάσεις, όπως κάναμε και πρόσφατα. Καταθέσαμε μια πλήρη σειρά θέσεων και προτάσεων που συμπυκνώνονται σε 7 πυλώνες δράσεων και που μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση και την εφαρμογή ενός εθνικού σχεδιασμού για τη δημόσια υγεία. Ευελπιστούμε ότι αυτή τη φορά θα ληφθούν από τους κυβερνώντες σοβαρά υπόψη και μάλιστα άμεσα, γιατί:

  • Τώρα είναι η ευκαιρία να εφαρμοστεί μια βιώσιμη φαρμακευτική πολιτική, που τελικά θα αποβεί υπέρ των ασθενών και της δημόσιας υγείας.
  • Να επαναπροσδιοριστεί η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη με βάση τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού της χώρας μας.
  • Να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε νέες καινοτόμες θεραπείες για τους Έλληνες ασθενείς, που καθυστερεί τουλάχιστον 2 χρόνια.
  • Να πάψει να στηρίζεται στην υπερφορολόγηση των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, μέσω των υποχρεωτικών επιστροφών και εκπτώσεων που φθάνει στο 70% του κύκλου εργασιών των εταιριών του κλάδου, η βιωσιμότητα του συστήματος φαρμακευτικής περίθαλψης.
  • Να αρθούν τα αντικίνητρα στην ανάπτυξη.
  • Να δοθούν περαιτέρω κίνητρα για την ανάπτυξη των κλινικών μελετών.
  • Μόνο εάν δοθούν λύσεις στα προηγούμενα 2 σημεία (κονδύλια και υπερφορολόγηση) θα μπορέσει η Ελλάδα να προσελκύσει νέες επενδύσεις και κλινικές μελέτες.
  • Να αναγνωριστεί από την πολιτεία η σημαντική αναπτυξιακή δυναμική του φαρμακευτικού κλάδου, ώστε να μεγιστοποιηθεί η συμβολή του στην ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας.