Ηλίας E. Αθανασιάδης, ογκολόγος- παθολόγος, διευθυντής ογκολογικής κλινικής «Μητέρα», επίκουρος καθηγητής ογκολογίας Northwestern University, Η.Π.Α.

 

Η επιδημιολογική έκρηξη του καρκίνου πνεύμονος κατά τον 20ο αιώνα συνδέεται αιτιολογικά  με το κάπνισμα, σύμφωνα με ακλόνητα και απόλυτα δεδομένα. Ο καρκίνος του πνεύμονα, αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου στον κόσμο, με τα νέα περιστατικά για το 2018 να υπολογίζονται σε 2,1 εκατομμύρια. Διακρίνεται σε δύο κύριους τύπους, τον μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΜΚΠ) και τον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (ΜΚΠ).

Αποτελεί μια από τις επιθετικότερες μορφές καρκίνου με υπολογιζόμενο αριθμό θανάτων για το 2018 σε 1,8 εκατομμύρια.  Οι στατιστικές παγκοσμίως καταγράφουν συνολικό ποσοστό επιβίωσης 5 ετών 10-15%, ενώ οι ασθενείς με προχωρημένο (σταδίου IV) καρκίνο του πνεύμονα έχουν ποσοστό 5ετούς συνολικής επιβίωσης 2%. Αποτελεί έτσι τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα την πιο συχνή αιτία θανάτου από καρκίνο.

Ειδικά για την χώρα μας, σύμφωνα  με τα πιο πρόσφατα δεδομένα (2018 )[1] τα νέα περιστατικά καρκίνου του πνεύμονα ανέρχονται σε 9.964 (15%). Στους άντρες αποτελεί την πιο συχνά εμφανιζόμενη μορφή καρκίνου, με τα νέα περιστατικά να ανέρχονται σε 7.862 (20,2%), ενώ στις γυναίκες, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 7,5%  και αφορά σε 2.102 νέα περιστατικά.

Η ασθένεια στο ξεκίνημά της μπορεί να είναι και ασυμπτωματική, στην εξέλιξή της όμως έχει θορυβώδη συμπτώματα με ταχεία ανάπτυξη μεταστατικής νόσου που μπορεί να δημιουργήσει απειλές για τη ζωή, ακόμη και άμεσα με τη διάγνωσή της. Τα συμπτώματα κατά τη διάγνωση ποικίλλουν, χαρακτηριστικά μπορεί να  είναι  βήχας, αιμόπτυση, δύσπνοια,  πόνος του θώρακα ή του κορμού, ανεξήγητη κόπωση, ανορεξία και  απώλεια βάρους.

Τι αλλάζει με την ανοσοθεραπεία

Η μέχρι σήμερα συστηματική θεραπεία του καρκίνου του πνεύμονα γινόταν με τη χημειοθεραπεία και αντιαγγειογενετικούς παράγοντες. Στις αρχές του 20ου αιώνα σημειώθηκε ουσιαστική επιστημονική πρόοδος με την εισαγωγή των στοχευμένων θεραπειών, οι οποίες όμως έχουν εξατομικευμένη ένδειξη μόνο για το μικρό ποσοστό των ασθενών που έχουν τους αντίστοιχους στόχους.  Η πραγματική όμως πρόοδος στη θεραπεία έγινε με την ανοσοθεραπεἰα, αφού η βιολογική πορεία της νόσου έχει ουσιαστικά βελτιωθεί για σημαντικό ποσοστό ασθενών. Οι ενδείξεις και ο αλγόριθμος των θεραπευτικών επιλογών έχει εντυπωσιακά αλλάξει και η πρώτη γραμμή συστηματικής θεραπείας περιλαμβάνει την ανοσοθεραπεία ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία σχεδόν για όλους τους ασθενείς με ΜΜΚΠ  που δεν έχει ανιχνεύσιμους μοριακούς στόχους. Στην περίπτωση αυτή είναι δύσκολο να δώσεις θεραπεία πρώτης γραμμής χωρίς ανοσοθεραπεία σε οποιοδήποτε ασθενή που δεν έχει την επιλογή της  στοχευμένης θεραπείας.

Ο βασικός μηχανισμός δράσης της ανοσοθεραπείας είναι να κινητοποιήσει τους μηχανισμούς ανοσοεπιτήρησης ώστε να αναγνωρίσουν τον καρκινικό ιστό σαν ξένο σώμα και να επιτεθούν σε αυτόν με στόχο την απόρριψή του. Η ανοσολογική απάντηση όταν κινητοποιηθεί είναι αποτελεσματική, διηθεί τον όγκο με λεμφοκύτταρα που κινητοποιούν μηχανισμούς καταστροφής του καρκινικού κυττάρου όπου και να ευρίσκεται. Η απάντηση αυτή διατηρείται σαν μνήμη και σε κάποιους ασθενείς διατηρείται επωφελώς για τον ασθενή και παραβιάζει την πορεία της νόσου μετατρέποντάς την σε ένα χρόνιο νόσημα, δημιουργώντας και ελπίδες για ίαση. Η ανοσοθεραπεία αποτελεί μία καινοτόμο θεραπευτική προσέγγιση που βασίζεται στη διέγερση του ανοσοποιητικού συστήματος του ανθρώπινου οργανισμού, ώστε να καταπολεμήσει, ακόμη και  να καταστρέψει τον καρκινικό ιστό.

Τα βασικά πλεονεκτήματα της ανοσοθεραπείας σε σχέση με τις συμβατικές θεραπείες, όπως επιβεβαιώνεται από κλινικές μελέτες, είναι ο αντικειμενικός έλεγχος της νόσου για μακρύτερο χρονικό διάστημα και για περισσότερους ασθενείς. Αυτό μεταφράζεται σε μακρύτερη επιβίωση, με βελτιωμένη ποιότητα ζωής, ενώ για ένα μικρό ποσοστό ασθενών η διάρκεια ελέγχου της νόσου μπορεί να ξεπεράσει θεαματικά τις προ ανοσοθεραπείας προσδοκίες. Οι ενδείξεις χορήγησης ανοσοθεραπείας έχουν επεκταθεί πλέον εντυπωσιακά, με ισχυρά παραδείγματα το μελάνωμα, τον καρκίνο της ουροδόχου κύστης, τον καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, το  λέμφωμα Hodgkin και βέβαια τον  μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.

Μια από τις πιο σημαντικές ανοσοθεραπείες αυτή τη στιγμή είναι το pembrolizumab το οποίο αποτελεί την πρώτη και κύρια  ανοσοθεραπεία που ενδείκνυται τόσο ως θεραπεία 1ης όσο και 2ης  γραμμής στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Όπως έχουν δείξει σχετικές μελέτες, το pembrolizumab σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία μειώνει σημαντικά (κατά 48%) τον κίνδυνο προόδου της νόσου και κατά το ήμισυ τον κίνδυνο θανάτου για ασθενείς με μη μικροκυτταρικό, μη πλακώδη, καρκίνο του πνεύμονα και κατά 36% για ασθενείς με πλακώδη τύπο, αντίστοιχα. Καθίσταται έτσι, η μοναδική  ανοσοθεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία για την αντιμετώπιση και των δύο τύπων του προχωρημένου μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, του πλακώδη και του μη πλακώδη τύπου.

Επίσης, το Pembrolizumab είναι η μοναδική ανοσοθεραπεία η οποία έχει λάβει ένδειξη χορήγησης με βάση μια βιολογική ιδιότητα του καρκίνου, ανεξαρτήτως της πρωτοπαθούς εστίας από όπου ξεκίνησε ο καρκίνος. Η ένδειξη αυτή χαρακτηρίζεται tumor agnostic, έχει στόχο την παρουσία μικροδορυφορικής αστάθειας (Microsatellite Instability, MSI) και αναφέρεται σε όλους τους καρκίνους με αυτή την βιολογική ιδιότητα από όποιο όργανο και αν προέρχονται. Οι εξελίξεις αυτές μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχουν δημιουργήσει τεράστια ελπίδα στους ασθενείς με καρκίνο και τις οικογένειες τους. Η κλινική έρευνα γύρω από την ανοσοθεραπεία έχει υψηλή κινητικότητα και αναμένονται τα κλινικά αποτελέσματα να διευρύνουν τις ενδείξεις και να αναδείξουν τους βιοδείκτες για πλέον εξατομικευμένη εφαρμογή της ανοσοθεραπείας.



[1] Πηγή: Globocan 2018, http://gco.iarc.fr/today/data/factsheets/populations/300-greece-fact-sheets.pdf