(διασκευή στον Aldo Carotenuto)

Από την πρώτη τους συνάντηση η μητέρα κατασκοπεύει το παιδί, ψάχνει για αποδείξεις ενός εγκλήματος, το υποψιάζεται για προδότη και το παιδί με τη σειρά του βλέπει στο πρόσωπο της μητέρας τον άνθρωπο που το έχει προδώσει. Ξέρει η μητέρα ότι το μωρό που έχει φέρει στον κόσμο έχει βγάλει από μέσα της κι ένα κομμάτι του εαυτού της, της ζωής της, διακόπτοντας μια συμβίωση που τη στήριζε και την υποστήριζε.

Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η εγκυμοσύνη της, η μητέρα αρχίζει έντονα να φαντάζεται τα παιδιά που θα γεννήσει, πλάθει όνειρα για το παιδί που θα έρθει και δεν πλάθει όνειρα μόνο για το πώς θα είναι και δεν θα είναι, αλλά κάνει μια απόπειρα να κατασκευάσει, να διαμορφώσει μέσα της ένα χώρο κατ’ εικόνα και ομοίωσή της, στον οποίο θα διαμορφωθεί σιγά -σιγά η ταυτότητα του παιδιού.

Άρα μας φαντάζονται πριν γεννηθούμε, πριν εμείς ανακαλύψουμε τι και πως είμαστε. Η ύπαρξη, η αυτονομία μας προκαθορίζονται, γιατί μας έχουν επινοήσει πριν έρθουμε στον κόσμο και μας έχουν επινοήσει οι γονείς τους οποίους επίσης είχαν επινοήσει.

Η προδοσία επομένως μεταβιβάζεται αμείλικτα δια μέσου των γενεών. Ο Bowen, στην οικογενειακή θεραπεία ονόμασε αυτή την οπτική ‘διεργασία προβολής της οικογένειας’, δηλαδή μέσω αυτής της διεργασίας τα προβλήματα των γονιών μεταβιβάζονται στα παιδιά.

Γιουνγκ: ‘Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αληθινοί γεννήτορες του παιδιού δεν είναι τόσο οι γονείς, όσο οι πρόγονοί τους, προπαππούδες και προγιαγιάδες, παππούδες και γιαγιάδες, και ότι με αυτούς εξηγείται η ατομικότητα του παιδιού, πολύ περισσότερο από ότι με τους άμεσους και τυχαίους φυσικούς γονείς’.

Το γεγονός ότι μας έχουν φανταστεί πριν γεννηθούμε το βιώνουμε, περισσότερο ή λιγότερο, ασυνείδητα, ως βία, ως απογύμνωση. Η αιτία για αυτό είναι η ατομικότητά μας, η ιδιαιτερότητά μας, η ψυχική μας φυσιογνωμία που μας ανήκει πραγματικά όταν είναι αποτέλεσμα των δικών μας προσπαθειών και όχι προκατασκευασμένο δώρο που μας χαρίζεται.

Ο γιος καλείται να ενσαρκώσει τις επιθυμίες, τις φαντασίες και τις σκέψεις της μητέρας σε μια δυναμική που επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση με μια άλλη γυναίκα και, κατά κάποιο τρόπο, στη σχέση του με την ίδια τη ζωή. Είναι βαριά κι ασήκωτη τιμωρία για έναν άνθρωπο η απαίτηση να προσαρμόζεται στο όνειρο των άλλων, να βάζει τα δυνατά του για να μπορεί να πει ‘είμαι όπως με θέλεις εσύ’.

Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί ισοδυναμεί σε μια θέση ισχύος, διότι επιβάλλεται ως τρομακτικά, δυσανάλογα ασύμμετρη.

Ως εκ τούτου, η διάρκεια της εξάρτησης, η οποία όπως ξέρουμε είναι η μεγαλύτερη από ότι σε όλα τα άλλα είδη, αναγκαστικά αποτελεί τη βάση όλων των ανθρώπινων νευρώσεων, αλλά τα μη αναστρέψιμα θεμέλια μιας ασύμμετρης σχέσης ισχύος είναι ένα χρέος που θα πληρώνουμε σε όλη μας τη ζωή.

Για αυτό είναι ανάγκη να αφυπνιστούμε έγκαιρα, με την έννοια της ενηλικίωσης, να αποκτήσουμε συνείδηση αυτής της ισχυρής σχέσης και να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο με κόπο και αποφασιστικότητα (ενηλικίωση που βασίζεται στην προδοσία των προσδοκιών των γονιών).

Η σκιά της προδοσίας κρέμεται πάνω από την απαρχή της ατομικότητας του κάθε ανθρώπου και από τη στιγμή της, προ της γέννησης, ύπαρξής μας ξέρουμε πως έχει καταστεί από κάθε πλευρά δύσκολο να διαφοροποιηθούμε από τον περιβάλλοντα κόσμο.

‘Η ανάπτυξη της προσωπικότητας θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά’. (Γιουνγκ)