Η λήψη αντικαταθλιπτικών νωρίς στην εγκυμοσύνη δεν αυξάνει τον κίνδυνο να εμφανίσει το παιδί της εγκύου επιληψία, αναφέρουν ερευνητές.

Η Ayesha Sujan του Indiana University Bloomington, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας είναι πολύ σημαντικά και μπορεί ενδεχομένως να καθησυχάσουν γυναίκες και γιατρούς όσον αφορά τους κινδύνους και τα οφέλη.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία  1.7 εκατομμυρίων παιδιών που γεννήθηκαν στη Σουηδία, για 17 χρόνια. Εντόπισαν περισσότερα από 24.000 παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν αντικαταθλιπτικά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.

Στα αντικαταθλιπτικά περιλήφθηκαν φάρμακα για το άγχος και την κατάθλιψη όπως εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης όπως τα citalopram και escitalopram  καθώς και αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νορεπινεφρίνης.

Σε 1.5 εκατομμύρια παιδιά που παρακολουθήθηκαν για ένα μήνα μετά τη γέννηση, το 0.12% είχε κρίσεις. Σε 1.3 εκατομμύρια παιδιά που παρακολουθήθηκαν για 2 έως 17 χρόνια το 0.40% διαγνώστηκε με επιληψία.

Αρχικά οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ποσοστά κρίσεων ήταν ελαφρώς υψηλότερα σε παιδιά που εκτέθηκαν σε αντικαταθλιπτικά στη μήτρα: 1.7 ανα 1,000 νεογνά των οποίων οι μητέρες έλαβαν τα χάπια το πρώτο τρίμηνο και 1.2 ανα 1,000 σε νεογνά των οποίων οι μητέρες δεν τα χρησιμοποίησαν.

Ποσοστά διάγνωσης επιληψίας έως την ηλικία των 5 ετών ήταν 5.4 ανα 1,000 σε παιδιά που εκτέθηκαν και 4.1 ανα 1,000 σε αυτά που δεν εκτέθηκαν.

Μετά την προσαρμογή για παράγοντες στις μητέρες, που συνδέονται με τον κίνδυνο επιληπτικών κρίσεων στα νεογνά, οι ερευνητές δεν ανακάλυψαν σχέση μεταξύ χρήσης αντικαταθλιπτικών στο πρώτο τρίμηνο κύησης και κινδύνου επιληψίας ή κρίσεων σε παιδιά.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Neurology.