Τα τελευταία χρόνια η βιταμίνη D προβάλλεται έντονα ως συμπλήρωμα διατροφής, με υποσχέσεις που κυμαίνονται από βελτίωση της ψυχικής διάθεσης έως πρόληψη καταγμάτων.
Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη επιστημονική επισκόπηση της γερμανικής ιατρικής υπηρεσίας πληροφόρησης "Gelbe Liste", δεν συνιστάται γενικευμένη χορήγηση βιταμίνης D σε υγιή άτομα χωρίς παράγοντες κινδύνου.
Η βιταμίνη D αποτελεί βιολογική ιδιαιτερότητα, καθώς λειτουργεί τόσο ως βιταμίνη όσο και ως ορμόνη. Σε αντίθεση με άλλες βιταμίνες, μπορεί να παραχθεί από τον ίδιο τον οργανισμό μέσω της έκθεσης του δέρματος στην υπεριώδη ακτινοβολία UV-B.
Διατροφικά, σημαντικές ποσότητες περιέχονται σχεδόν αποκλειστικά σε λιπαρά ψάρια. Ωστόσο, στις βόρειες και κεντροευρωπαϊκές χώρες, η ενδογενής σύνθεση συχνά είναι περιορισμένη λόγω ανεπαρκούς έκθεσης στον ήλιο και του τρόπου ζωής.
Μελέτες πληθυσμού δείχνουν ότι η έλλειψη βιταμίνης D είναι συχνή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, άτομα με περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, σε όσους φορούν καλυπτική ενδυμασία ή πάσχουν από χρόνιες παθήσεις.
Οι σοβαρές ελλείψεις μπορεί να οδηγήσουν σε διαταραχές της οστικής μεταλλοποίησης: ραχίτιδα στα παιδιά και οστεομαλακία στους ενήλικες. Ηπιότερες ελλείψεις συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, ενώ παρατηρησιακές μελέτες έχουν συσχετίσει χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D με λοιμώξεις, καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη και κακοήθειες.
Η επιστημονική τεκμηρίωση δείχνει σαφή οφέλη από τη λήψη βιταμίνης D σε συγκεκριμένες ομάδες. Στα βρέφη, η χορήγησή της αποτελεί καθιερωμένο και ιδιαίτερα επιτυχημένο μέτρο πρόληψης της ραχίτιδας.
Συμπληρωματική λήψη συνιστάται επίσης σε παιδιά και εφήβους, καθώς η επαρκής έκθεση στον ήλιο συχνά δεν είναι εξασφαλισμένη. Στη Γερμανία, η βιταμίνη D χορηγείται συχνά και σε εγκύους, στο πλαίσιο της προγεννητικής φροντίδας.
Ιδιαίτερο όφελος καταγράφεται και στους ηλικιωμένους, καθώς η ικανότητα σύνθεσης της βιταμίνης στο δέρμα μειώνεται με την ηλικία και η κινητικότητα συχνά περιορίζεται. Κλινικές μελέτες δείχνουν μείωση των πτώσεων και των καταγμάτων, καθώς και ενδείξεις μείωσης της συνολικής θνησιμότητας.
Αντίθετα, για υγιείς ενήλικες χωρίς παράγοντες κινδύνου δεν έχει αποδειχθεί όφελος από τη συστηματική λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D όσον αφορά κατάγματα, καρδιαγγειακά νοσήματα ή λοιμώξεις.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η φυσιολογική έκθεση στον ήλιο επαρκεί συνήθως για τη διατήρηση ικανοποιητικών επιπέδων.
Η χαμηλή, προαιρετική λήψη θεωρείται γενικά ασφαλής, με συνήθεις δόσεις γύρω στις 1.000 διεθνείς μονάδες ημερησίως. Ωστόσο, προειδοποιήσεις απευθύνονται για υψηλές δόσεις χωρίς ιατρική ένδειξη, καθώς η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε αγγειακές και νεφρικές ασβεστώσεις και, παραδόξως, σε αυξημένη απώλεια οστικής μάζας.
Η τρέχουσα επιστημονική γνώση εν κατακλείδι υποστηρίζει τη στοχευμένη χρήση της βιταμίνης D σε σαφώς προσδιορισμένες ομάδες κινδύνου. Για τον γενικό, υγιή πληθυσμό, το όφελος της προληπτικής και καθολικής συμπληρωματικής χορήγησης παραμένει ατεκμηρίωτο.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Μικροβίωμα και παιδική υγεία: Οι μικροί μας σύμμαχοι
Xειμώνας: Τρόποι να είμαστε πιο υγιείς
ΙΣΑ: Παρέμβαση για προβλήματα με ειδικευόμενους και επικουρικούς στην άσκηση ιδιωτικού έργου