Μια εντυπωσιακή ανακάλυψη φέρνει στο φως μια άγνωστη μέχρι σήμερα βιολογική διαδρομή που συνδέει το έντερο με την καρδιά – μέσω του εγκεφάλου. Ερευνητική ομάδα από το Max Delbrück Center παρουσίασε στο επιστημονικό περιοδικό "Circulation Research" στοιχεία που αποκαλύπτουν την ύπαρξη ενός άμεσου άξονα "έντερο–εγκέφαλος–καρδιά", ο οποίος ενδέχεται να αλλάξει τα δεδομένα στην πρόληψη και θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας.

Ένα μικρό μόριο με μεγάλη επίδραση

Σύμφωνα με τη μελέτη, ορισμένα βακτήρια του εντέρου μεταβολίζουν το αμινοξύ τρυπτοφάνη και παράγουν ένα μόριο που ονομάζεται ινδολο-3-οξικό οξύ (IES). Το συγκεκριμένο μεταβολικό προϊόν δρα σε εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα στον υποθάλαμο, τα οποία παράγουν τις υποκρετίνες (γνωστές και ως ορεξίνες) – ουσίες που ρυθμίζουν βασικές αυτόνομες λειτουργίες του οργανισμού, όπως τον ύπνο, την όρεξη και την καρδιακή δραστηριότητα.

Η ερευνητική ομάδα υπό την καθοδήγηση της Suphansa Sawamiphak διαπίστωσε, σε πειράματα με προνύμφες ψαριού ζέβρα, ότι όταν τα επίπεδα του IES μειώνονται, τα συγκεκριμένα νευρικά κύτταρα γίνονται υπερδραστήρια.

Αυτό οδηγεί σε αυξημένα συμπαθητικά νευρικά σήματα προς την καρδιά, προκαλώντας σκλήρυνση του καρδιακού μυός και μείωση της ικανότητάς του να χαλαρώνει σωστά – μια κατάσταση που συνδέεται με την υπέρταση και τη διαστολική δυσλειτουργία.

Από το εργαστήριο στους ασθενείς

Όταν οι επιστήμονες χορήγησαν IES στα πειραματόζωα, η νευρική δραστηριότητα ομαλοποιήθηκε, η καρδιακή λειτουργία βελτιώθηκε και οι τιμές της αρτηριακής πίεσης επανήλθαν σε φυσιολογικά επίπεδα.

Παράλληλα, εξισορροπήθηκαν και ορμόνες που σχετίζονται με το σύστημα ρενίνης–αγγειοτενσίνης, κρίσιμο για τη ρύθμιση της πίεσης.

Η έρευνα επεκτάθηκε και σε ανθρώπινα δεδομένα. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι άτομα με υπέρταση είχαν χαμηλότερα επίπεδα IES στο αίμα τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι γυναίκες με υπέρταση εμφάνιζαν ακόμη χαμηλότερες συγκεντρώσεις σε σύγκριση με τους άνδρες, υποδεικνύοντας πιθανή φυλο-ειδική διαφοροποίηση στον μηχανισμό.

Νέες προοπτικές για πρόληψη και θεραπεία

Η διαστολική δυσλειτουργία αποτελεί βασική αιτία καρδιακής ανεπάρκειας με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης (HFpEF), μια μορφή καρδιακής ανεπάρκειας που αφορά περισσότερους από τους μισούς ασθενείς με καρδιοπάθεια και είναι ιδιαίτερα συχνή σε άτομα άνω των 70 ετών.

Τα ευρήματα ανοίγουν τον δρόμο για νέες στρατηγικές:

  • Το IES θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βιοδείκτης για την έγκαιρη ανίχνευση ατόμων υψηλού κινδύνου.
  • Η ενίσχυση των επιπέδων του, μέσω διατροφικών παρεμβάσεων, προβιοτικών ή συμπληρωμάτων, ίσως αποτελέσει μελλοντική θεραπευτική προσέγγιση.

Οι ερευνητές τονίζουν, ωστόσο, ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες και κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα τέτοιων παρεμβάσεων στον άνθρωπο.

Η μελέτη υπενθυμίζει ότι ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί ως ένα ενιαίο, αλληλοσυνδεόμενο σύστημα. Η υγεία του εντέρου και η ισορροπία του μικροβιώματος δεν επηρεάζουν μόνο την πέψη, αλλά ενδέχεται να καθορίζουν – μέσω του εγκεφάλου – και την ίδια τη λειτουργία της καρδιάς.

Πηγές:
Γερμανικό Κέντρο Καρδιαγγειακής Έρευνας

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Α.Γεωργιάδης : Θα παρατείνεται και πέραν των 8 μηνών η δωρεάν χορήγηση φαρμάκων για την παχυσαρκία σε ασθενείς που πάνε καλά
Συνάντηση ΕΟΠΕ-ΣΦΕΕ: Πρωτοβουλίες και συντονισμός δράσεων με επίκεντρο τον Ογκολογικό Ασθενή
GIVMED: Η βοήθεια δεν έχει ημερομηνία λήξης