Άτομα που εμφάνισαν μακροχρόνια δύσπνοια ή κόπωση μετά από λοίμωξη με SARS-CoV-2 φαίνεται ότι είχαν ήδη πριν από τη μόλυνση σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα καθημερινής δραστηριότητας και υψηλότερο καρδιακό ρυθμό σε σύγκριση με άτομα που δεν ανέπτυξαν τέτοια παρατεταμένα συμπτώματα.

Αυτό δείχνει μελέτη του Complexity Science Hub (CSH) Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βιέννης, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "npj Digital Medicine".

Από τον Απρίλιο του 2020 έως τον Δεκέμβριο του 2022, περίπου 535.000 άνθρωποι στη Γερμανία κατέβασαν και ενεργοποίησαν την εφαρμογή Corona-Datenspende (CDA). Πάνω από 120.000 από αυτούς παρείχαν σχεδόν καθημερινά δεδομένα από smartwatches και fitness trackers σχετικά με ζωτικά σημεία, όπως ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας και ο αριθμός βημάτων.

"Αυτά τα υψηλής ανάλυσης δεδομένα αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης της μελέτης μας", εξηγεί η ερευνήτρια του CSH, Katharina Ledebur. "Έτσι μπορέσαμε να συγκρίνουμε ζωτικά σημεία σε διαστήματα 15 λεπτών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από μια λοίμωξη SARS-CoV-2".

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με παρατεταμένα συμπτώματα είχαν ήδη διαφορετικά επίπεδα δραστηριότητας πριν από τη μόλυνση. Συγκεκριμένα, στις τρεις εβδομάδες πριν από τη λοίμωξη, όσοι αργότερα ανέφεραν μακροχρόνια συμπτώματα έκαναν κατά μέσο όρο περίπου 5.075 βήματα την ημέρα, δηλαδή περίπου 3.000 λιγότερα από τα άτομα που δεν ανέπτυξαν τέτοια συμπτώματα.

Επιπλέον, ο καρδιακός ρυθμός ηρεμίας τους ήταν κατά μέσο όρο 2,37 παλμούς ανά λεπτό υψηλότερος. Κατά τη διάρκεια της λοίμωξης παρατηρήθηκε επίσης πιο έντονη και παρατεταμένη φάση βραδυκαρδίας (χαμηλός καρδιακός ρυθμός), η οποία μπορούσε να διαρκέσει έως και 18 ημέρες.

Εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης ήταν ότι, παρότι τα συμπτώματα όπως η δύσπνοια και η κόπωση παρέμεναν, ο καρδιακός ρυθμός και η καθημερινή δραστηριότητα των ατόμων επανήλθαν στα επίπεδα πριν από τη λοίμωξη.

Οι ερευνητές διαχώρισαν τα δεδομένα σε τέσσερις φάσεις: πριν από τη λοίμωξη, οξεία φάση (0–4 εβδομάδες), υποοξεία φάση (5–12 εβδομάδες) και μεταοξεία φάση (πάνω από 12 εβδομάδες). Από τα συμπτώματα που μελετήθηκαν, μόνο η κόπωση και η δύσπνοια παρέμειναν μακροπρόθεσμα, ενώ άλλα όπως βήχας, πονοκέφαλος ή πυρετός δεν εμφάνισαν μακροχρόνιες επιδράσεις.

Συνολικά, 2,6% των συμμετεχόντων ανέφεραν μακροχρόνια δύσπνοια, 10,4% μακροχρόνια κόπωση και 1,8% και τα δύο συμπτώματα.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως ο χαμηλός καρδιακός ρυθμός ή η μειωμένη φυσική δραστηριότητα είναι οι μοναδικές αιτίες του Long CoViD, αλλά ότι μπορεί να αποτελούν δείκτες αυξημένου κινδύνου.

Παράλληλα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπάρχουν περιορισμοί στα δεδομένα, καθώς οι χρήστες fitness trackers δεν αντιπροσωπεύουν πλήρως τον γενικό πληθυσμό, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες είναι υποεκπροσωπημένες.

Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη αναδεικνύει το δυναμικό των έξυπνων συσκευών στην κατανόηση των επιπτώσεων λοιμώξεων και στην έγκαιρη αναγνώριση ομάδων υψηλού κινδύνου.

Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Η κετογονική διατροφή πιθανόν ωφελεί γυναίκες με νευρική ανορεξία [μελέτη]
ΕΟΦ: Ανάκληση παρτίδων υγρού καθαριστικού
ΕΟΦ: Απαγόρευση διάθεσης πρωτεΐνης ορού γάλακος