Η σημαντική πρόοδος που έχει επιτευχθεί τις τελευταίες δεκαετίες στη διάγνωση και τη θεραπευτική αντιμετώπιση των νεοπλασματικών νοσημάτων έχει οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση της επιβίωσης των ασθενών. Η μεγάλη βελτίωση των ογκολογικών αποτελεσμάτων αναδεικνύει πλέον μια εξίσου σημαντική κλινική πρόκληση: την αναγνώριση, την πρόληψη και την αντιμετώπιση των μακροχρόνιων επιπλοκών που σχετίζονται με τις αντικαρκινικές θεραπείες.

Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα») Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (αναπληρώτρια καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας ΕΚΠΑ) και  Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής - Ογκολογίας - Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι μεταξύ αυτών, οι ενδοκρινολογικές διαταραχές κατέχουν ιδιαίτερη θέση, καθώς μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή ακόμη και αρκετά χρόνια μετά την ολοκλήρωσή της, επηρεάζοντας σημαντικά τη σωματική υγεία, τη μεταβολική ομοιόσταση, την αναπαραγωγική λειτουργία και την ποιότητα ζωής των ανθρώπων που νόσησαν από καρκίνο.

Η χημειοθεραπεία, η ακτινοθεραπεία, οι στοχευμένες θεραπείες, οι ορμονικοί παράγοντες και, κυρίως, οι νεότερες μορφές ανοσοθεραπείας μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές σε πολλαπλούς ενδοκρινικούς άξονες. Οι επιπτώσεις αυτές περιλαμβάνουν πρωτοπαθή ή κεντρικό υποθυρεοειδισμό, θυρεοτοξίκωση, υποφυσιακή ανεπάρκεια, υπογοναδισμό, διαταραχές της γονιμότητας, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, οστεοπόρωση και διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης. Φυσικά και κάθε ογκολογικό χειρουργείο κατά το οποίο αφαιρείται ενδοκρινής αδένας ή οι γονάδες (ωοθήκες, όρχεις) οδηγεί σε σχετική ορμονική ανεπάρκεια.

Ιδιαίτερο κλινικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ενδοκρινοπάθειες που σχετίζονται με τους αναστολείς των σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος (immune checkpoint inhibitors). Οι συγκεκριμένοι θεραπευτικοί παράγοντες χρησιμοποιούνται ευρέως τα τελευταία έτη και μπορούν να προκαλέσουν ανοσολογικά επαγόμενες διαταραχές του θυρεοειδούς, της υπόφυσης, του ενδοκρινούς παγκρέατος και των επινεφριδίων. Στις εκδηλώσεις αυτές περιλαμβάνονται η θυρεοειδίτιδα, η υποφυσίτιδα, η επινεφριδιακή ανεπάρκεια και ο αυτοάνοσος σακχαρώδης διαβήτης. Ορισμένες από αυτές ενδέχεται να έχουν αιφνίδια έναρξη και να απαιτούν άμεση διαγνωστική και θεραπευτική παρέμβαση.

Παράλληλα, η επίδραση των αντικαρκινικών θεραπειών στη γοναδική λειτουργία και τη γονιμότητα αποτελεί σημαντικό ζήτημα, ιδιαίτερα σε ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας. Η έγκαιρη αξιολόγηση του αναπαραγωγικού δυναμικού και η ενημέρωση για τις διαθέσιμες μεθόδους διατήρησης της γονιμότητας αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της σύγχρονης ογκολογικής φροντίδας.

Επιπρόσθετα, σημαντικές μακροχρόνιες επιπτώσεις των αντικαρκινικών θεραπειών αφορούν την οστική υγεία και τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο. Η απώλεια οστικής μάζας και η οστεοπόρωση παρατηρούνται ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπείες ορμονικού αποκλεισμού, όπως οι αναστολείς αρωματάσης και η καταστολή της ωοθηκικής λειτουργίας στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού, καθώς και η ανδρογονική στέρηση στους άνδρες με καρκίνο του προστάτη. Επιπλέον, η χημειοθεραπεία μπορεί να συμβάλει στην οστική απώλεια μέσω της πρόκλησης πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας ή υπογοναδισμού, ενώ η παρατεταμένη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών επιβαρύνει περαιτέρω τον οστικό μεταβολισμό.

Παράλληλα, ορισμένες στοχευμένες αντικαρκινικές θεραπείες συνδέονται με αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο, μέσω επιδράσεων στο σωματικό βάρος, την ευαισθησία στην ινσουλίνη, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και την αρτηριακή πίεση. Ειδικότερα, η ανδρογονική στέρηση μπορεί να ευνοήσει την αύξηση του λιπώδους ιστού, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τη δυσλιπιδαιμία, ενώ τα γλυκοκορτικοειδή μπορούν να προκαλέσουν υπεργλυκαιμία, αύξηση του σωματικού βάρους και διαταραχές των λιπιδίων. Η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση των επιπλοκών αυτών είναι ουσιώδους σημασίας για την πρόληψη καταγμάτων, σακχαρώδους διαβήτη και καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

Η αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων προϋποθέτει συστηματική και εξατομικευμένη παρακολούθηση, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της νεοπλασίας, την ηλικία του ασθενούς, το θεραπευτικό ιστορικό, την έκθεση σε ακτινοβολία και τη χρήση συγκεκριμένων αντικαρκινικών παραγόντων. Ο τακτικός κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος, με στοχευμένη αξιολόγηση της θυρεοειδικής, υποφυσιακής, γοναδικής και επινεφριδιακής λειτουργίας, καθώς και του μεταβολισμού των οστών και της γλυκόζης, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην έγκαιρη διάγνωση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ενδοκρινολογικών επιπλοκών.

Στις ορμονικές ανεπάρκειες, όπως στον υποθυρεοειδισμό ή στην επινεφριδιακή ανεπάρκεια, συμπληρώνουμε την ορμόνη που λείπει με εξωγενή χορήγηση, για παράδειγμα λεβοθυροξίνης ή υδροκορτιζόνης αντίστοιχα. Για την υγεία των οστών δίνουμε ασβέστιο, βιταμίνη D και αναλόγως αντι-οστεοπορωτική αγωγή. Στην περίπτωση υπογοναδισμού ή πρώιμης ωοθηκικής ανεπάρκειας εξετάζουμε την πιθανότητα χορήγησης τεστοστερόνης στους άντρες ή ορμονικής θεραπείας με οιστρογόνα και προγεστερόνη στις γυναίκες.

Η στενή συνεργασία μεταξύ ογκολόγων και ενδοκρινολόγων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ολοκληρωμένη φροντίδα των ασθενών. Η ενσωμάτωση της ενδοκρινολογικής αξιολόγησης στα προγράμματα μακροχρόνιας παρακολούθησης των ανθρώπων από νόσησαν από καρκίνο αναδεικνύεται πλέον ως ουσιαστική διάσταση της σύγχρονης ογκολογικής πρακτικής.

Τελικά, η επιτυχία της αντικαρκινικής θεραπείας δεν περιορίζεται στην επίτευξη ογκολογικής ύφεσης ή στην παράταση της επιβίωσης. Περιλαμβάνει επίσης τη διατήρηση της ενδοκρινικής και μεταβολικής υγείας, την πρόληψη των όψιμων θεραπευτικών επιπλοκών και τη βελτιστοποίηση της μακροχρόνιας ποιότητας ζωής των ασθενών. Γιατί δεν αρκεί μόνο να κερδίζουμε χρόνια ζωής. Σημασία έχει να εξασφαλίζουμε και ποιότητα ζωής.

Πηγές:
ΕΚΠΑ

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Το SOLACE+ επεκτείνει την πρόσβαση στον προσυμπτωματικό έλεγχο για καρκίνο του πνεύμονα σε όλη την Ευρώπη
Ιατρεία Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας
Πώς να βοηθήσετε το παιδί σας να είναι πετυχημένο