Σε μια νέα μελέτη, φάνηκε πως οι άνθρωποι που πάσχουν απο την διαταραχή ήταν πολύ πιο πιθανό να αποτύχουν σε τεστ προσομοίωσης οδήγησης, σε σχέση με άτομα που δεν έπασχαν από αυτήν. Συγκεκριμένα, το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν η απόκλιση από την σωστή λωρίδα οδήγησης.

Η άπνοια του ύπνου είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από περιόδους με προβλήματα στην αναπνοή κατά την διάρκεια του ύπνου, με αποτέλεσμα ο ασθενής να νιώθει νυσταγμένος κατά την διάρκεια της ημέρας. Στην μελέτη συμμετείχαν 129 ενήλικες με άπνοια του ύπνου, οι οποίοι δεν λάμβαναν κάποια θεραπεία, και 79 ενήλικες χωρίς την διαταραχή. Όλοι συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τις δεξιότητές τους πίσω από το τιμόνι, και εξετάστηκαν σε ένα πρόγραμμα προσομοίωσης οδήγησης. Αρκετοί από τους ασθενείς παραδέχτηκαν ότι ο κίνδυνος να κοιμηθούν ενώ οδηγούσαν ήταν αυξημένος, ενώ μερικοί παραδέχτηκαν ότι τους έχει συμβεί.

Στο τεστ προσομοίωσης, μόλις το 31% των ασθενών με άπνοια κατάφερε να περάσει, σε σχέση με το 53% των υπόλοιπων 79 συμμετεχόντων. Η απόκλιση από την σωστή λωρίδα ήταν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στην ομάδα των ασθενών.

Πιστεύεται ότι οι ασθενείς με άπνοια του ύπνου, που δεν λαμβάνουν κάποια θεραπεία, βρίσκονται σε διπλάσιο, μέχρι και εξαπλάσιο, κίνδυνο να έχουν κάποιο ατύχημα. Αυτή η έρευνα μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα ακριβώς πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος και ποιες είναι οι πιθανότητες. Βέβαια, αυτή η έρευνα θεωρείται προκαταρκτικά και απαιτείται ακόμα περισσότερη μελέτη, είναι όμως μια καλή αρχή, και ένας λόγος να θυμόμαστε ότι η οδική ασφάλεια είναι ένα ζήτημα εξαιρετικά σημαντικό.

Πηγές: University Hospital in Leeds, England