Έγκυες με αποφρακτική άπνοια ύπνου φαίνεται πως έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών στην εγκυμοσύνη, μακρύτερης διάρκειας νοσηλείας, ακόμα και εισαγωγής στη ΜΕΘ σε σύγκριση με έγκυες χωρίς την πάθηση, αναφέρει νέα έρευνα που παρουσιάστηκε στο ATS 2017 International Conference.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα αρχεία 1.577.636 εγκύων από το 2010 έως το 2014. Από αυτές τις γυναίκες ποσοστό 0.12% είχε διαγνωστεί με την πάθηση.

Συνήθως ήταν μεγαλύτερης ηλικίας και πιο πιθανό να είναι αφροαμερικανίδες και καπνίστριες. Ήταν επίσης πιο πιθανό να έχουν υπέρταση πριν την εγκυμοσύνη, διαβήτη και στεφανιαία νόσο.

Αφού ελήφθησαν υπόψη η παχυσαρκία και άλλοι παράγοντες, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι ο κίνδυνος για εισαγωγή στη ΜΕΘ ήταν 174% υψηλότερος στις εγκύους με αποφρακτική άπνοια ύπνου σε σύγκριση με όσες δεν είχαν την πάθηση και η διάρκεια νοσηλείας ήταν σημαντικά υψηλότερη (5 ημέρες στις γυναίκες με την πάθηση έναντι 3 ημερών στις γυναίκες χωρίς την πάθηση).

Υπήρχε επίσης αυξημένος κίνδυνος για σπάνιες αλλά σοβαρές επιπλοκές, όπως υστερεκτομή, μυοκαρδιοπάθεια, αποσυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και πνευμονικά οίδημα σχετικών με τη διάγνωση αποφρακτική άπνοιας ύπνου.

Επίσης, η παραπάνω πάθηση στην εγκυμοσύνη οδηγούσε σε αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών εγκυμοσύνης, όπως προεκλαμψία και εκλαμψία. Επίσης οδηγούσε σε αυξημένο κίνδυνο διαβήτη κύησης.

Η Ghada Bourjeily, του Brown University, δήλωσε ότι η έγκαιρη παρέμβαση σε αυτές τις γυναίκες και στα παιδιά τους μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί μεγάλη ευκαιρία να προσφέρουμε στρατηγικές αγωγής που μπορεί να προσφέρουν μακροπρόθεσμα οφέλη στην υγεία.

Στα ισχυρά σημεία της έρευνας, εκτός από το μέγεθος του δείγματος περιλαμβάνεται και η ποικιλομορφία του πληθυσμού και των νοσοκομείων που επέτρεψε στους ερευνητές να εντοπίσουν δείγμα αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού των ΗΠΑ.

Στους περιορισμούς της έρευνας περιλαμβάνεται η μη διαθεσιμότητα πληροφοριών σχετικά με το αν η πάθηση αντιμετωπιζόταν θεραπευτικά ή όχι.

Πηγές: ATS 2017 International Conference.