Η κροταφογναθική διάρθρωση είναι μια μικρή άρθρωση η οποία βρίσκεται μπροστά από το αυτί στο σημείο που η βάση του κρανίου και η κάτω γνάθος ενώνονται. Επιτρέπει στην κάτω γνάθο να κινείται και να λειτουργεί. Με τον γενικό όρο Κροταφογναθικές Διαταραχές (ΚρΓΔ) περιγράφεται το σύνολο των παθολογικών καταστάσεων που αφορούν το σύμπλεγμά των Μασητήριων και Αυχενικών μυών, τις Κροταφογναθικές διαρθρώσεις και των γύρω αυτών ιστών (Koutris et al. 2014).

Οι κροταφογναθικές διαταραχές παρατηρούνται:

  • πιο συχνά σε άτομα μεταξύ των ηλικιών 20 και 40 ετών
  • παρουσιάζονται σε ένα ποσοστό της τάξης του 25% στο γενικό πληθυσμό, ενώ
  • η συχνότητα εμφάνισης είναι μεγαλύτερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες (σχεδόν 3 προς 1) (Detamore and Athanasiou 2003).

 Τα συμπτώματα που εμφανίζουν οι ασθενείς ποικίλλουν αρκετά, ενώ τα κυριότερα που αναφέρουν συνήθως είναι τα παρακάτω:

  • πόνος στη γνάθο
  • χρόνιοι πονοκέφαλοι
  • πόνος και εμβοές στο αυτί
  • περιορισμός στη διάνοιξη του στόματος
  • παρεκκλίσεις κατά τις κινήσεις της κάτω γνάθου
  • ήχοι από τις κροταφογναθικές διαρθρώσεις (click, crack)
  • πόνος στους μύς του αυχένα
  • κόπωση των μυών του προσώπου
  • σφίξιμο των δοντιών (συνήθως κατά τη διάρκεια του ύπνου)

Φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση των ασθενών με κροταφογναθικές διαταραχές

Οι Κροταφογναθικές διαταραχές αποτελούν ένα καθαρά Μυοσκελετικό πρόβλημα στο οποίο όμως πρέπει να εφαρμοστεί συγκεκριμένη μέθοδος αξιολόγησης προκειμένου να καθοριστεί η αιτία πρόκλησης πόνου, καθώς και οι δομές που είναι υπεύθυνες.

  • Η αξιολόγηση και η κατηγοριοποίηση των ασθενών βασίζονται στο RDC/TMD δηλαδή στα Ερευνητικά Διαγνωστικά Κριτήρια για Κροταφογναθικές Διαταραχές, όπου υπάρχουν σαφείς και λεπτομερείς οδηγίες για την εξέταση των ασθενών με αυτού του είδους τα συμπτώματα.
  • Οποιαδήποτε απόπειρα αξιολόγησης των ασθενών χωρίς τη χρήση του RDC/TMD κρίνεται ανεπαρκής και αποτελεί μία βασική αιτία μη επίλυσης του συγκεκριμένου προβλήματος στον Ελλαδικό χώρο. Εάν δεν ακολουθηθούν τα βήματα της εξέτασης δεν γίνεται να κατηγοριοποιηθεί ο ασθενής και έτσι δε θα λάβει την ενδεδειγμένη και εξατομικευμένη θεραπεία – παρέμβαση.

Η καινοτομία αυτού του συστήματος αξιολόγησης στον χώρο των μυοσκελετικών παθήσεων είναι ότι περιλαμβάνει δύο άξονες:

1.      τον Άξονα Ι που περιλαμβάνει το ιστορικό, την κλινική εξέταση και κατηγοριοποίηση και

2.      τον Άξονα ΙΙ που περιλαμβάνει μία σειρά ερωτηματολογίων για την αξιολόγηση της ψυχοκοινωνικής κατάστασης του ασθενούς

Με βάση τα κλινικά ευρήματα από τον Άξονα Ι, οι ασθενείς με Κροταφογναθικές διαταραχές κατατάσσονται σε 3 Ομάδες: Ομάδα με Μυϊκές διαταραχές (η πιο συχνή κατηγορία), Ομάδα με Αρθρικές διαταραχές, Ομάδα με Πρόσθια μετατόπιση του διάρθριου δίσκου (Schiffman et al. 2014).

Η φυσικοθεραπευτική αξιολόγηση επεκτείνεται και στον απαραίτητο έλεγχο και εξέταση της αυχενικής περιοχής (70% των ασθενών με Κροταφογναθικές διαταραχές εμφανίζουν αυχενικό πόνο), της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της ωμικής ζώνης. Με αυτό τον τρόπο γίνεται ένας ενδελεχής έλεγχος όλων των εμπλεκόμενων περιοχών που σχετίζονται με τη λειτουργία του στοματογναθικού συστήματος και μπαίνει η βάση για την ουσιαστική θεραπεία του ασθενούς.

Η συντηρητική θεραπεία και συγκεκριμένα η Φυσικοθεραπεία από εξειδικευμένο φυσικοθεραπευτή αποτελεί θεραπεία πρώτης γραμμής στην αντιμετώπιση των Κροταφογναθικών διαταραχών, καθώς κατέχει στο οπλοστάσιο διάφορα μέσα και τεχνικές (θα αναφερθούν αναλυτικά σε επόμενα άρθρα) τα οποία είναι ικανά να «αντιστρέψουν» το πρόβλημα. Κρίνεται σκόπιμο οι οδοντίατροι να εκτελούν έναν τυπικό έλεγχο ρουτίνας στους ασθενείς που προσέρχονται ακόμη και αν δεν εμφανίζουν συμπτώματα κροταφογναθικών διαταραχών προς αναγνώριση πιθανών προδιαθεσικών παραγόντων (Kraus 2014).  

Συμπερασματικά καταλήγουμε στο ότι τα άτομα που εμφανίζουν Κροταφογναθικές διαταραχές πρέπει να δέχονται μία ολοκληρωμένη αξιολόγηση με συγκεκριμένες αρχές εξέτασης, να έχουν μία πλήρη ενημέρωση γύρω από το πρόβλημά τους και να δέχονται επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους παρέμβασης που θα βασίζονται σε στοιχεία και ενδείξεις.