Η παιδική ηλικία θεωρείται κατεξοχήν η ηλικία της ανεμελιάς, της ξεγνοιασιάς, απαλλαγμένη από δυσάρεστα και δυσφορικά συναισθήματα. Αυτή η αντίληψη υπάρχει διότι τα παιδιά είτε αδυνατούν να εκφράσουν τα αρνητικά τους συναισθήματα είτε η έκφραση των συναισθημάτων τους γίνεται με συγκαλυμμένους τρόπους, οι οποίοι συχνά δεν γίνονται αντιληπτοί από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον του παιδιού. 

Στην εμφάνιση της παιδικής κατάθλιψης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν γενετικοί, κληρονομικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί παράγοντες. Οι γενετικοί παράγοντες σχετίζονται με τη δυσλειτουργία και την ανισορροπία ορισμένων νευροδιαβιβαστών όπως της σεροτονίνης, της ντοπαμίνης και της νορεπινεφρίνης. Οι οικογενειακοί παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με την εμφάνιση της παιδικής κατάθλιψης είναι οι εξής : πρώιμες διαταραγμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ μητέρας και παιδιού, συναισθηματική γονεϊκή αποστέρηση και παραμέληση, σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση, συνεχείς συγκρούσεις μέσα στο οικογενειακό σύστημα, τραυματικά γεγονότα όπως διαζύγιο, πένθος, οικονομικές απώλειες, ανεργία, μετανάστευση κ.α. Οι κοινωνικοί παράγοντες οι οποίοι μπορεί να είναι υπεύθυνοι για την ανάδυση της παιδικής κατάθλιψης είναι οι εξής : ενδοσχολική βία, σχολική αποτυχί , προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις με τους άλλους κ.α.

Η παιδική κατάθλιψη διαφοροποιείται ανάλογα με το φύλο του παιδιού. Έρευνες έχουν επιδείξει ότι κορίτσια που εμφανίζουν κατάθλιψη συνήθως παρουσιάζουν απόσυρση, καταθλιπτική διάθεση, άγχος, σε αντίθεση με τα αγόρια τα οποία εμφανίζουν επιθετική, εριστική και αντιδραστική συμπεριφορά και έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στους άλλους.

Η παιδική κατάθλιψη ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Στα βρέφη και στα νήπια παρατηρείται η «ανακλητική κατάθλιψη» όπως την ονομάζει ο Spitz. Τ ο βρέφος όταν αποχωρίζεται τη μητέρα του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή η μητέρα είναι συναισθηματικά απούσα αρχίζει να υπολείπεται στη σωματική, συναισθηματική και γνωστική του ανάπτυξη. Συγκεκριμένα το βρέφος αναπτύσσει σωματική ατονία, τάση για επανάληψη των ιδίων δραστηριοτήτων, μείωση των αισθητηριακών του ικανοτήτων, αδιαφορία και απάθεια για το περιβάλλον, συναισθηματική απόσυρση, μείωση χαράς και εξερεύνησης για το εξωτερικό περιβάλλον, ανορεξία και αϋπνία.

Καθώς το παιδί εισέρχεται στη σχολική ηλικία, τα συμπτώματα μεταβάλλονται. Τα πιθανά συμπτώματα τα οποία μπορεί να εμφανίσουν τα παιδιά στη σχολική ηλικία είναι τα εξής: συναισθήματα θλίψης, ενοχής, λύπης, αναξιότητας, ντροπής, ευαισθησία στην κριτική των άλλων, απώλεια συγκέντρωσης η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της σχολικής επίδοσης του παιδιού, νυχτερινή ενούρηση, κόπωση, μειωμένη ενεργητικότητα, σωματικές ενοχλήσεις, κοιλιακά άλγη, ημικρανίες, στομαχόπονους, προβλήματα στη διατροφή και στον ύπνο.

Η εφηβεία θεωρείται κατεξοχήν η ηλικία όπου συμβαίνουν μείζονες ψυχοσωματικές αλλαγές καθώς ο έφηβος πορεύεται προς την ενηλικίωση. Αυτό το γεγονός συχνά διαταράσσει την εσωτερική ισορροπία του εφήβου. Ο έφηβος καλείται να αντιμετωπίσει πολλαπλές απώλειες σε αυτή τη φάση της ζωής του όπως την απώλεια της γονεϊκής παντοδυναμίας, την απώλεια της παιδικότητάς του και του παιδικού σώματός του. Οι παραπάνω παράγοντες καθώς και προσωπικοί, οικογενειακοί και κοινωνικοί μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα προκείμενου ο έφηβος να εμφανίσει κατάθλιψη. Η κλινική εικόνα της κατάθλιψης στην εφηβεία πλησιάζει σε μεγαλύτερο βαθμό στην αντίστοιχη εικόνα των ενηλίκων. Τα συμπτώματα της κατάθλιψης που συναντάμε στη εφηβεία είναι τα εξής: επίμονη και παρατεταμένη θλίψη ή έντονη ευερεθιστότητα , υπερβολική ή αδικαιολόγητη ενοχή, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ψυχοκινητική επιβράδυνση, αναποφασιστικότητα, έλλειψη ενεργητικότητας, διαταραχές στη διατροφή, σωματικές ενοχλήσεις, έλλειψη ενδιαφέροντος, ακόμα και για δραστηριότητες από τις οποίες πριν λάμβανε ευχαρίστηση, έντονη πλήξη, χρήση αλκοόλ ή ουσιών. Σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται αυτοκτονικός ιδεασμός ή σωματικές αυτοκαταστροφικές πράξεις όπως κάψιμο με κερί, γρατζουνιές με βελόνες, μαχαίρι ή με τα νύχια του κ.α. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα συμπτώματα της κατάθλιψης μπορεί να αλλάξουν μορφή είτε ανά περιόδους είτε κάτω υπό διαφορετικές συνθήκες.

Η συμβολή των γονιών στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι καταλυτική. Οι γονείς θα χρειαστεί να εξασφαλίσουν ένα οικογενειακό περιβάλλον στο όποιο το παιδί να αισθάνεται αγάπη, αποδοχή, ασφάλεια και στοργή. Σε περίπτωση όμως που τα συμπτώματα του παιδιού εμμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και επηρεάζουν τη λειτουργικότητά του οι γονείς θα χρειαστεί να απευθυνθούν σε κάποιο ειδικό ψυχικής υγείας.

Συμβουλές για τους γονείς

  • Δημιουργία ασφαλούς περιβάλλοντος προκείμενου το παιδί να μιλήσει για τα συναισθήματά του.
  • Ενσυναισθηση και σεβασμός στα συναισθήματα του παιδιού.
  • Ενεργητική ακρόαση στα προβλήματα παιδιού.
  • Αποφυγή αρνητικής κριτικής για τα συναισθήματα του παιδιού.
  • Αποφυγή συμβουλών οι οποίες δεν ταιριάζουν με τις γνωστικές, συναισθηματικές, κοινωνικές ανάγκες του παιδιού.
  • Εστιασμός στην έκφραση επιθυμίας θανάτου από την πλευρά του παιδιού.