Η επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Άρκεσις στη Νέα Ιωνία, Μελίνα Τζάκου, μιλά για το φαινόμενο της σχολικής βίας και προτείνει ουσιαστικούς τρόπους θωράκισης της κοινότητας. Μέσα από την πολυετή εμπειρία της στην υποστήριξη παιδιών και γονέων στην περιοχή, εξηγεί πώς η κατανόηση και η επικοινωνία μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα στη σχολική ζωή.

Στις μέρες μας, οι έφηβοι εκτίθενται σε μεγάλο βαθμό στη βία, μέσω του διαδικτύου και των social media. Βλέπουν  σε καθημερινή βάση σκηνές βίας, καταστροφών και πολέμου. Πώς μπορεί να τους επηρεάσει αυτό;

Η εφηβεία είναι ένα μεταμορφωτικό αναπτυξιακό στάδιο που περιλαμβάνει πολλές σωματικές, βιολογικές και ψυχοκοινωνικές αλλαγές. Είναι μια πολύ κρίσιμη περίοδος καθώς ο έφηβος προσπαθεί να διαμορφώσει την ταυτότητά του, να κατανοήσει τον εαυτό του, τον κόσμο και να βρει την κοινωνική του θέση. Μέσα σε αυτό το ευάλωτο και αναταραγμένο πλαίσιο η εμπειρία της καθημερινής έκθεσης σε εικόνες βίας, πολέμου και καταστροφών μέσω του διαδικτύου και των Social Media μπορεί να επηρεάσει την ψυχική του οργάνωση με διάφορους τρόπους.

Ένας τρόπος είναι η απευαισθητοποίηση. Η συνεχής έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο μπορεί να κάνει τη βία να φαίνεται «φυσιολογική» και αναμενόμενη, να μειώσει τη συναισθηματική αντίδραση απέναντι στη θέαση του πόνου και της δυστυχίας των άλλων. Ο έφηβος με αυτόν τον τρόπο υιοθετεί μια μορφή συναισθηματικής απόστασης ως άμυνα του ψυχισμού απέναντι στην υπερβολική ένταση των ερεθισμάτων που δέχεται.

Ένας άλλος τρόπος επιρροής μπορεί να είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης προς το περιβάλλον και τους άλλους ανθρώπους. Για αρκετούς εφήβους μπορεί η συνεχής έκθεση σε εικόνες βίας να προκαλέσει άγχος, φόβο και αίσθημα ανασφάλειας. Ως συνέπεια, ο κόσμος γι’ αυτούς μπορεί να βιώνεται ως πιο επικίνδυνος και απρόβλεπτος από ό,τι πραγματικά είναι.

Υπάρχει όμως και η επιρροή μέσω της ταύτισης. Ο έφηβος, που εξ ορισμού βρίσκεται σε διαδικασία αναζήτησης προτύπων και ρόλων, παρακολουθώντας βίαια επεισόδια μπορεί να ταυτιστεί είτε με το θύμα είτε με τον επιτιθέμενο. Στην πρώτη περίπτωση, βιώνει τον εαυτό του αβοήθητο και αδύναμο μπροστά ακόμα και στις καθημερινές απαιτήσεις και αναποδιές. Στη δεύτερη περίπτωση η ταύτιση με τη δύναμη και την επιθετικότητα μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος αντιμετώπισης αυτών των εσωτερικών αισθημάτων αδυναμίας ή ανασφάλειας.

Βέβαια, είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε πως ο τρόπος και ο βαθμός που θα επηρεαστεί ένας έφηβος εξαρτάται κατά πολύ από το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει. Δηλαδή την οικογένεια, το σχολείο και τις σχέσεις που έχει σχηματίσει με τους ενήλικες. Όταν υπάρχουν διαθέσιμοι ενήλικες που μπορούν να συζητήσουν μαζί του αυτά που βλέπει, να δώσουν νόημα και να τον βοηθήσουν να επεξεργαστεί συναισθηματικά τις εικόνες αυτές, τότε μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων. Συνεπώς, δεν είναι μόνο το τι βλέπουν οι έφηβοι στο διαδίκτυο που έχει σημασία, αλλά και το αν υπάρχει χώρος για διάλογο και συναισθηματική επεξεργασία αυτών των εμπειριών. Εκεί βρίσκεται ο ουσιαστικός ρόλος των γονέων, των εκπαιδευτικών και της κοινωνία.

Παρατηρούμε ότι η επιθετικότητα μεταξύ μαθητών στις ημέρες μας είναι αυξημένη. Πού αποδίδετε το φαινόμενο; Πιστεύετε ότι αντιμετωπίζεται πλέον ως κάτι συνηθισμένο και ποιες είναι οι ψυχολογικές συνέπειες για τα παιδιά που τη βιώνουν ή την ασκούν;

Η αυξημένη επιθετικότητα μεταξύ μαθητών είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Αρχικά, είναι βασικό να γίνει κατανοητό πως η επιθετικότητα αποτελεί ένα φυσικό ανθρώπινο συναίσθημα. Όταν εκφράζεται και επεξεργάζεται μέσα σε ασφαλή πλαίσια τότε είναι πηγή ζωής και εξέλιξης, όταν όμως αυτά τα πλαίσια απουσιάζουν ή αποδυναμώνονται, η επιθετικότητα εκφράζεται με πιο ωμούς και καταστροφικούς τρόπους.

Σήμερα, τα παιδιά και οι έφηβοι μεγαλώνουν μέσα σε ένα πιεστικό περιβάλλον με έντονα ερεθίσματα, υψηλές απαιτήσεις, αλλά συχνά και μειωμένο χρόνο ποιοτικής επικοινωνίας με τους ενήλικες. Η επιθετικότητα μεταξύ μαθητών συχνά εκφράζει τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα συναισθήματα που έχουν καταπιεστεί, δεν έχουν εισακουστεί, δεν έχουν κατανοηθεί και επεξεργαστεί. Τα παιδιά που βιώνουν άγχος, ματαίωση, ανασφάλεια ή έλλειψη αναγνώρισης μπορεί να μετατρέπουν αυτά τα συναισθήματα σε επιθετικότητα προς τους συμμαθητές τους αναζητώντας να καλύψουν το αίσθημα ευαλωτότητας και την ανάγκη τους για αποδοχή και κατανόηση. Παράλληλα, η καθημερινή έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο στο διαδίκτυο, στα παιχνίδια ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να συμβάλλει σε μια σταδιακή «κανονικοποίηση» της επιθετικότητας ακόμα και στο σχολικό περιβάλλον. Συχνά μπορεί να μην προκαλεί άμεσα τη βίαιη συμπεριφορά, μπορεί όμως να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη σύγκρουση, τη διαχείριση και έκφραση των συναισθημάτων τους.

Επιπλέον, ένα από τα βασικότερα στοιχεία του παζλ της αύξησης του φαινομένου σήμερα είναι η απουσία των ορίων. Τα όρια αποτελούν τον ψυχικό και συμβολικό μηχανισμό που βοηθά το παιδί να ρυθμίσει τις ενορμήσεις του, να αναγνωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στο «εγώ» και τον «άλλο» και να ανεχθεί την ματαίωση. Δυστυχώς, σήμερα οι ενήλικες παρατηρείται πως δυσκολεύονται να οριοθετήσουν τα παιδιά, απόρροια ίσως των αυστηρών ορίων που βίωσαν οι ίδιοι ως παιδιά ή της επιθυμίας τους να είναι «τέλειοι» στον ρόλο τους. Ωστόσο, η προσπάθειά τους να τα προστατεύσουν από τη ματαίωση της απαγόρευσης οδηγεί σε ένα άλλο άκρο, την επιτρεπτικότητα, που εν τέλει έχει ομοίως καταστροφικά αποτελέσματα στα παιδιά που αναζητούν να καταλάβουν τα όρια τους/τον εαυτό τους.

Όταν τα όρια είναι ασαφή ή ασυνεπή, είτε στην οικογένεια, είτε στο σχολικό περιβάλλον, το παιδί δυσκολεύεται να εσωτερικεύσει έναν σταθερό κανόνα που του δίνει την αίσθηση της ασφάλειας και συχνά δοκιμάζει τους άλλους μέχρι να βρει αυτό το σημείο αντίστασης/ορίου. Η σύγκρουση με τον συμμαθητή γίνεται ο τρόπος να αναζητήσει έναν άλλον να του θέσει όρια και συνεπώς να αναγνωρίσει την ύπαρξή του.

Οι ψυχολογικές συνέπειες είναι σημαντικές. Από τη μία πλευρά, τα παιδιά που δέχονται επιθετικότητα συχνά βιώνουν έντονα συναισθήματα ντροπής, φόβου, μοναξιάς ή χαμηλής αυτοεκτίμησης. Μπορεί να αναπτύξουν άγχος, να αποσυρθούν κοινωνικά ή να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στους άλλους. Από την άλλη πλευρά, και τα παιδιά που ασκούν επιθετικότητα χρειάζονται προσοχή και κατανόηση. Πολύ συχνά η επιθετική συμπεριφορά απορρέει από εσωτερική ένταση, θυμό, ματαίωση ή ακόμη και από προσωπικές εμπειρίες κακοποίησης, απόρριψης, παραμέλησης. Αν η συμπεριφορά αυτή δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να παγιωθεί ως βασικός τρόπος σχέσης με τους άλλους.

Για αυτόν τον λόγο, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν αφορά μόνο την τιμωρία της επιθετικής συμπεριφοράς, αλλά κυρίως τη δημιουργία ενός σχολικού και οικογενειακού περιβάλλοντος όπου τα παιδιά μπορούν να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους, να μάθουν τρόπους διαχείρισης της σύγκρουσης και να νιώσουν ότι οι ενήλικες είναι παρόντες και διαθέσιμοι να τα προστατεύσουν και να τα καθοδηγήσουν.

Με ποιους τρόπους μπορεί το Κέντρο Άρκεσις να υποστηρίξει τη σχολική κοινότητα -μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς- στην πρόληψη και την αντιμετώπιση φαινομένων επιθετικότητας στο σχολικό περιβάλλον;

Το σχολείο αποτελεί έναν από τους βασικότερους χώρους νοητικής-πνευματικής ανάπτυξης και κοινωνικοποίησης των παιδιών και των εφήβων που υπονομεύεται από την ανεξέλεγκτη επιθετικότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό η πρόληψη και η αντιμετώπισή της να εστιάσει σε ολόκληρη τη σχολική κοινότητα — μαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς.

Το κέντρο ψυχικής υγείας Άρκεσις μπορεί να συμβάλει σε πολλά επίπεδα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, μέσα από ψυχοεκπαιδευτικά προγράμματα και εργαστήρια για μαθητές που θα τους βοηθούν να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, να κατανοούν τις συγκρούσεις και να αναπτύσσουν δεξιότητες ενσυναίσθησης, επικοινωνίας και συνεργασίας. Όταν οι μαθητές έχουν χώρο να μιλήσουν και να επεξεργαστούν τα βιώματά τους, μειώνεται η πιθανότητα να εκφραστεί η ένταση μέσω επιθετικότητας.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η υποστήριξη των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή και συχνά καλούνται να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις για τις οποίες δεν έχουν πάντα την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη ή εκπαίδευση. Μέσα από σεμινάρια, ομάδες συμβουλευτικής ή εποπτείας, μπορούν να ενισχυθούν στο πώς να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια έντασης, να διαχειρίζονται συγκρούσεις στην τάξη και να δημιουργούν ένα ασφαλές και υποστηρικτικό κλίμα.

Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των γονέων. Το κέντρο μπορεί να οργανώνει ενημερωτικές συναντήσεις ή ομάδες γονέων, όπου μπορούν να συζητούνται θέματα όπως η συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών, η διαχείριση της επιθετικότητας και η επικοινωνία μέσα στην οικογένεια. Όταν οι γονείς κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες και τις δυσκολίες των παιδιών, μπορούν να λειτουργήσουν πιο υποστηρικτικά.

Τέλος, το Κέντρο Άρκεσις μπορεί να προσφέρει συμβουλευτική ή ψυχοθεραπευτική υποστήριξη σε παιδιά, γονείς και οικογένειες που αντιμετωπίζουν πιο έντονες δυσκολίες, συμβάλλοντας στην έγκαιρη παρέμβαση πριν τα προβλήματα παγιωθούν.

Με λίγα λόγια, η πρόληψη και αντιμετώπιση της επιθετικότητας συνίσταται στη δημιουργία ενός δικτύου υποστήριξης και διαλόγου γύρω από το παιδί. Σε αυτό το πλαίσιο, το κέντρο ψυχικής υγείας Άρκεσις μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ σχολείου, οικογένειας και παιδιού, ενισχύοντας μια κουλτούρα κατανόησης, ασφάλειας και συνεργασίας.

Mπορείτε να μας δώσετε πρακτικές συμβουλές που θα εφαρμόζουν οι γονείς για να προφυλάσσουν τα παιδιά τους από τις συνέπειες της ενασχόλησης με το διαδίκτυο και τα social media;

Η σχέση των παιδιών και των εφήβων με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι πλέον μέρος της καθημερινότητάς τους. Στόχος δεν είναι να απομονωθούν από αυτόν τον ψηφιακό κόσμο, αλλά να μάθουν να τον χρησιμοποιούν με τρόπο ασφαλή και ισορροπημένο. Σε αυτή τη διαδικασία ο ρόλος των γονέων είναι καθοριστικός.

Αρχικά, είναι πολύ σημαντική η ανοιχτή επικοινωνία. Τα παιδιά χρειάζονται να νιώθουν ότι μπορούν να μιλήσουν στους γονείς τους για όσα βλέπουν ή βιώνουν στο διαδίκτυο, χωρίς φόβο κριτικής ή τιμωρίας. Όταν υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης, είναι πιο πιθανό να μοιραστούν αν κάτι τα ανησυχήσει ή τα φέρει σε δύσκολη θέση. Εξαιρετικά σημαντικά είναι τα σαφή και λογικά όρια στη χρήση των οθονών. Αυτό μπορεί να αφορά τον χρόνο που περνούν τα παιδιά στο διαδίκτυο, το πότε και πού χρησιμοποιούν τις συσκευές τους. Για παράδειγμα αποφεύγοντας τη χρήση πριν τον ύπνο ή κατά τη διάρκεια του οικογενειακού χρόνου. Είναι απαραίτητο οι γονείς να ενθαρρύνουν τα παιδιά να αναπτύξουν μια κριτική στάση απέναντι στο περιεχόμενο που βλέπουν. Να συζητούν μαζί τους για τις εικόνες, τις ειδήσεις ή τα πρότυπα που προβάλλονται στα Social Μedia και ποια από αυτά αντανακλούν ή όχι την πραγματικότητα. Παράλληλα, χρειάζεται οι γονείς να λειτουργούν και ως πρότυπα χρήσης της τεχνολογίας. Τα παιδιά παρατηρούν και μιμούνται τη στάση των ενηλίκων. Όταν βλέπουν ότι οι γονείς μπορούν να βάζουν όρια στη δική τους χρήση του κινητού ή του διαδικτύου, μαθαίνουν σταδιακά να κάνουν το ίδιο. Τέλος, καλό είναι να ενισχύεται η ισορροπία ανάμεσα στον ψηφιακό και στον πραγματικό κόσμο. Δραστηριότητες όπως το παιχνίδι, ο αθλητισμός, οι δημιουργικές ασχολίες και ο χρόνος με φίλους και οικογένεια βοηθούν τα παιδιά να αναπτύσσουν μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία ζωής, ώστε το διαδίκτυο να μην αποτελεί το μοναδικό πεδίο έκφρασης και κοινωνικής επαφής.

Η προστασία των παιδιών δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσω περιορισμών, αλλά κυρίως μέσα από σχέση, διάλογο και καθοδήγηση, ώστε να μπορούν σταδιακά να αποκτήσουν οι ίδιοι μια ώριμη και υπεύθυνη στάση απέναντι στον ψηφιακό κόσμο.

Ποιοι μπορούν να απευθυνθούν στο Κέντρο Άρκεσις και πώς μπορούν να βοηθηθούν από τις υπηρεσίες του;

Το Κέντρο Άρκεσις απευθύνεται σε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων που αναζητούν ψυχολογική υποστήριξη ή καθοδήγηση σε διάφορες φάσεις της ζωής τους. Σε αυτό μπορούν να απευθυνθούν παιδιά, έφηβοι, ενήλικες, γονείς αλλά και οικογένειες που αντιμετωπίζουν συναισθηματικές δυσκολίες, προβλήματα στις σχέσεις ή προκλήσεις που σχετίζονται με την καθημερινότητα, το σχολείο ή την προσωπική ανάπτυξη.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υποστήριξη που μπορεί να προσφέρει το Άρκεσις σε παιδιά και εφήβους που βιώνουν άγχος, δυσκολίες προσαρμογής, προβλήματα στις σχέσεις με συνομηλίκους ή εμπειρίες όπως ο σχολικός εκφοβισμός. Μέσα από ατομικές συνεδρίες ή άλλες θεραπευτικές παρεμβάσεις, δημιουργείται ένας ασφαλής χώρος όπου μπορούν να εκφράσουν σκέψεις και συναισθήματα που συχνά δυσκολεύονται να μοιραστούν αλλού. Επιπλέον, παρέχει συμβουλευτική και υποστήριξη σε γονείς, βοηθώντας τους να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες των παιδιών τους και να διαχειριστούν προκλήσεις που μπορεί να προκύπτουν στη διαδικασία της ανατροφής. Η Συμβουλευτική Γονέων μπορεί να συμβάλει θεμελιωδώς στη βελτίωση της επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια και στη δημιουργία ενός πιο υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος. Στο Άρκεσις μπορούν επίσης να απευθυνθούν ενήλικες για ατομική ψυχοθεραπεία με ζητήματα όπως το άγχος, οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι μεταβατικές περίοδοι της ζωής ή η ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση του εαυτού τους. Τέλος, το Κέντρο Άρκεσις αναπτύσσει δράσεις και συνεργασίες με σχολεία και κοινότητες, παρέχοντας ενημερωτικά προγράμματα, εργαστήρια και παρεμβάσεις που στοχεύουν στην πρόληψη και την προαγωγή της ψυχικής υγείας.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΚΕΤΕΚΝΥ: Μνημόνιο Συνεργασίας με την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης - Το πρώτο εκπαιδευτικό σεμινάριο DRG
Στειρώσεις γυναικών με αναπηρία χωρίς συναίνεση: αυστηροί νόμοι, ελλιπής ενημέρωση
Στις κάλπες 5.500 οδοντίατροι της Αττικής για ανάδειξη διοικητικού συμβουλίου και των θεσμικών οργάνων