Σήμερα στις ΗΠΑ πραγματοποιούνται κάθε χρόνο 600.000 αγγειοπλαστικές. Από αυτές το 70% πραγματοποιούνται σε αρρώστους, που έχουν απόλυτη ένδειξη. Το υπόλοιπο 30% είτε είχαν αμφίβολη ένδειξη ή καθόλου ένδειξη. Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν δεδομένα, ούτε πόσα στεντς εμφυτεύονται κάθε χρόνο, ούτε το σημαντικότερο ποια είναι η τύχη των αρρώστων.

‘Ομως υπάρχουν ασθενείς που ζουν με 6-7 στεντς.

Τα παραπάνω ανέφεραν ο Πρόεδρος του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, Καθηγητής Καρδιολογίας κ. Δημήτριος θ. Κρεμαστινός, ο Επίτιμος Πρόεδρος του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, Ομότιμος Καθηγητής Θεραπευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ.

Σπυρίδων Μουλόπουλος, ο Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, Διευθυντής Καρδιολογικού Τμήματος, Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν κ. Γεώργιος Θεοδωράκης και το Μέλος του ΔΣ του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών κ.

Ιωάννης Λεκάκης, σε συνέντευξη τύπου που δόθηκε με αφορμή το 7ο Ετήσιο Διεθνές Συνέδριο του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, που θα πραγματοποιηθεί 15-17 Σεπτεμβρίου 2011, στην Αθήνα.

Η απόλυτη ένδειξη εμφύτευσης ενός stent, ανέφερε ο κ. Κρεμαστινός είναι είτε το εξελισσόμενο έμφραγμα είτε η προεμφραγματική ασταθής στηθάγχη.

Όλα τα ιστορικά των αρρώστων στους οποίους εμφυτεύονται stents πρέπει να ελέγχονται σχολαστικά. Και αυτό γιατί ο άρρωστος με stent δεν κινδυνεύει μόνο από τυχόν θρόμβωσή του, κινδυνεύει κυρίως από σοβαρές αιμορραγίες, που μπορούν να του προκαλέσουν τα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, τα οποία είναι υποχρεωμένος να παίρνει και αιμορραγίες, που μπορεί να προέρχονται από παθολογικές αιτίες ή από τροχαία ατυχήματα και τραυματισμούς.

Είναι κατά συνέπεια αναγκαίο, υπογράμμισε ο Πρόεδρος του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας, οι ιατρικές εταιρείες και το αρμόδιο Υπουργείο να αφυπνισθούν για να μάθουν τι ακριβώς συμβαίνει στη χώρα με τα stents και να αντιδράσουν αμέσως.

Αναφορά επίσης έκανε ο κ. Κρεμαστινός κα σε μελέτη που ανακοινώθηκε στο τελευταίο Πανευρωπαϊκό Καρδιολογικό Συνέδριο και αφορούσε στην τοποθέτηση τεχνικής βαλβίδας TAVI στην αορτή σε 40.000 αρρώστους με στενώσεις. Οι τεχνητές αυτές αορτικές βαλβίδες, που αντικαθιστούν τις φυσικές αορτικές χωρίς εγχείρηση, είναι εξίσου ασφαλείς για τα πρώτα τουλάχιστον τρία χρόνια από την εμφύτευσή τους.

Εάν, είπε ο Καθηγητής, αποδειχθούν εξίσου ασφαλείς και για τα πρώτα 10 χρόνια αυτό θα αποτελέσει το τέλος της χειρουργικής επέμβασης.

Ο Καθηγητής κ. Σ. Δ. Μουλόπουλος μίλησε για το συχνότερο καρδιαγγειακό πρόβλημα του Ελληνικού – και όχι μόνο – πληθυσμού, που είναι η υπέρταση.

Μπορεί να μετρηθεί εύκολα, σημείωσε, και απασχολεί πολύ κόσμο γιατί είναι γνωστές οι επιπλοκές της. Τα μισά καρδιακά εμφράγματα και περισσότερα από τα μισά εγκεφαλικά επεισόδια συμβαίνουν σε υπερτασικούς.

Ειδικά, πρόσθεσε πολλοί διερωτώνται και ανησυχούν, γιατί σε αλλεπάλληλες μετρήσεις πίεσης προκύπτουν διαφορετικά νούμερα. Πράγματι η σημερινή δυνατότητα να μετρούμε 100 τιμές στο 24ωρο επιβεβαιώνει την μεταβλητότητα της υπέρτασης.

Μελέτες της Θεραπευτικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών από 25ετίας και πλέον έχουν δείξει ότι οι βλάβες που προκαλεί η υπέρταση στην καρδιά, στους νεφρούς και τα αγγεία ιδίως του εγκεφάλου, σχετίζονται όχι μόνο με το ύψος αλλά και με το είδος και τον τύπο των μεταβολών της.

Στο Συνέδριο του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας θα παρουσιασθούν μελέτες που γίνονται με νέα μηχανήματα, τα οποία καταγράφουν όλες τις τιμές της πίεσης συνεχώς και όχι μία κάθε τέταρτο και βοηθούν έτσι στην διερεύνηση των μεταβολών της και ειδικά ποιες από αυτές τις μεταβολές σχετίζονται περισσότερο με τις επιπλοκές της.

Οι μελέτες δείχνουν ότι οι βλάβες δεν εμφανίζονται μόνο στους υπερτασικούς αλλά και στους λεγόμενους προϋπερτασικούς, δηλαδή στους έχοντες συστολική πίεση 13-14.

Τα ευρήματα αυτά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για την πρόληψη, που εν προκειμένω πρέπει να θεωρηθεί ως έγκαιρη θεραπεία της υπέρτασης προτού οι μεταβολές της, έστω και στα όρια της προϋπερτάσεως αρχίσουν να προκαλούν βλάβες στα αγγεία και κατ’ επέκταση στα όργανα τα οποία αιματώνουν.

Ως προς τις νεώτερες μεθόδους θεραπείας κατέληξε ο Καθηγητής, η ablation των νεύρων της νεφρικής αρτηρίας με καθετήρα που εισάγεται στον αυλό της και εκπέμπει ραδιοσυχνότητες και η βηματοδότηση των πιεσουποδοχέων στην καρωτίδα δοκιμάζονται ως επεμβατικές τεχνικές σε πολύ ανθεκτικές υπερτάσεις.

Η αποφυγή των εμβολικών εγκεφαλικών επεισοδίων είναι ένα σημαντικό πρόβλημα στις σύγχρονες κοινωνίες, γιατί αφορά μεγάλες ομάδες πληθυσμού μετά τα 65 έτη, που μπορεί να ξεπεράσει το 5%, τόνισε και ο Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κολλεγίου Καρδιολογίας κ.

Γεώργιος Θεοδωράκης. Ο χειρισμός αυτών των ασθενών είναι σημαντικός για τη μείωση των εγκεφαλικών επεισοδίων, δεδομένου ότι έχουν αναπτυχθεί αλγόριθμοι που προσδιορίζουν άτομα αυξημένου κινδύνου.

Η ανάπτυξη καινούργιων αντιπηκτικών φαρμάκων φαίνεται ότι θα έχει σημαντικό ρόλο στο μέλλον, κατέληξε ο κ. Θεοδωράκης.

Ο καθηγητής κ. Ι. Λεκάκης, τόνισε ότι η εγχείρηση είναι η μέθοδος επιλογής για τη σοβαρή στένωση της αορτικής βαλβίδος. Τα τελευταία χρόνια σε ασθενείς με σοβαρή στένωση αορτικής βαλβίδος και πολύ υψηλό χειρουργικό κίνδυνο εφαρμόζεται με επιτυχία η διαδερμική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδος.

Υπάρχουν πλέον σοβαρές μελέτες που δείχνουν ότι η διαδερμική μέθοδος είναι καιρός να αρχίζει να εφαρμόζεται και σε ασθενείς με χαμηλότερο χειρουργικό κίνδυνο.

Η αύξηση των επιπέδων της HDL (καλής) χοληστερόλης βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια στο επίκεντρο της έρευνας για τη μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η αναστολή ενός ενζύμου (CETP) που οδηγεί σε σημαντική αύξηση των επιπέδων της καλής χοληστερόλης έχει δημιουργήσει αρκετή αισιοδοξία, αν και οι πρώτες δοκιμές ήταν απογοητευτικές.

Η είσοδος στις κλινικές δοκιμές νέων φαρμάκων- αναστολέων του ενζύμου αυτού (πχ dalcetrapib) που στερούνται ενεργειών δυσμενών για το αγγειακό σύστημα έχει αναπτερώσει τις ελπίδες ότι θα υπάρξει και ένα νέο όπλο για την καταπολέμηση της αρτηριοσκληρυντικής νόσου.

Τα κουμαρινικα φάρμακα ήταν μέχρι τώρα απαραίτητα για τη μείωση των θρομβοεμβολικών επεισοδίων (πχ εγκεφαλικά επεισόδια) σε περιπτώσεις κολπικής μαρμαρυγής. Το μειονέκτημα των φαρμάκων αυτών είναι ότι η δράση τους δεν είναι προβλέψιμη, επηρεάζονται από το είδος της διατροφής και απαιτούν τη συχνή παρακολούθηση της πηκτικότητας του αίματος.

Είναι πλέον προ των πυλών 3 νέα φάρμακα που δεν έχουν αυτά τα μειονεκτήματα, δεν χρειάζονται παρακολούθηση της πηκτικότητας αν και το κόστος τους σε πρώτη φάση είναι αρκετά υψηλότερο των καυμαρινικών. Είναι τα φάρμακα dabigatran, rivaroxaban, apixaban που αναμένεται σύντομα να αντικαταστήσουν σε σημαντικό βαθμό τα παλιότερα κουμαρινικά φάρμακα.