Παιδιά γονέων που έζησαν πολλά χρόνια είναι λιγότερο πιθανό σε σχέση με άλλα να πεθάνουν από καρδιακή νόσο στα 70, αναφέρει νέα βρετανική έρευνα.

Ο ερευνητής Luke Pilling, του University of Exeter Medical School, ανακάλυψε ότι για κάθε γονέα που ζούσε πέρα από τα 70 οι συμμετέχοντες είχαν 20% λιγότερες πιθανότητες θανάτου από καρδιοπάθεια.

Συγκεκριμένα, τα παιδιά γονέων που έζησαν πολλά χρόνια είχαν χαμηλότερα ποσοστά αγγειακής νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας, εγκεφαλικού επεισοδίου, υπέρτασης και υψηλής χοληστερόλης.

Ο Pilling δήλωσε ότι αν και άνθρωποι με γονείς που έζησαν πολλά χρόνια είναι πιο πιθανό να ζήσουν και αυτοί περισσότερο υπάρχουν πολλοί τρόποι για όσους έχουν γονείς που έζησαν λιγότερο να βελτιώσουν την υγεία τους. Σημειώνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να πάρουν στα χέρια τους την υγεία τους.

Ο συσχετισμός μεταξύ της διάρκειας ζωής των γονέων και αυτής των παιδιών, στην πραγματικότητα είναι αρκετά ασθενής, δήλωσε ο Kaare Christensen, του University of Southern Denmark. Ως αποτέλεσμα υπάρχει χώρος για βελτίωση.

Οι ερευνητές θέλησαν να ανακαλύψουν παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία και τη διάρκεια ζωής του παιδιού-αυτά που κληρονομούνται από τους γονείς.

Παρακολούθησαν περισσότερους από 18.,000 Βρετανούς, ηλικίας 55 έως 73 ετών. Οι γονείς τους είχαν αποβιώσει. Οι συμμετέχοντες επιλέχτηκαν μεταξύ 2006 και 2010 και περίπου 4.700 πέθαναν κατά τη διάρκεια 8 ετών.

Η σχέση φάνηκε να ισχύει ακόμα και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η ηλικία, το βάρος και η άσκηση.

Πώς μπορούν γενετικοί παράγοντες να εξηγήσουν το χαμηλότερο κίνδυνο καρδιοπάθειας σε παιδιά γονέων που έζησαν πολλά χρόνια; Η γενετική κληρονομιά από τους γονείς φαίνεται να επηρεάζει την αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα χοληστερόλης, τον εθισμό στον καπνό και τα επίπεδα παχυσαρκίας στους συμμετέχοντες.

Αυτοί είναι όλοι παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου, δήλωσε ο ερευνητής. ‘’Ανακαλύψαμε ορισμένα στοιχεία που θα μπορούσαν επίσης να είναι άλλες οδοί για τη μακροζωία, όπως μέσω της καλύτερης αποκατάστασης της βλάβης του DNA. Ωστόσο χρειάζεται περισσότερη έρευνα για να διαπιστωθεί’’, κατέληξε.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of the American College of Cardiology.

Πηγές: Journal of the American College of Cardiology.