Ιατρικό Λεξικό - Λήμματα από Π

Βρέθηκαν 133 λήμματα

Παραλήρημα

Μια οξεία και αναστρέψιμη κατάσταση διαταραγμένης σύγχυσης. Το παραλήρημα χαρακτηρίζεται από αποπροσανατολισμό χωρίς υπνηλία· ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις· δυσκολία στην επικέντρωση της προσοχής· α...

Παράλυση

1. Απώλεια της αισθητικότητας, αναισθησία.2. Απώλεια της εκούσιας κινητικότητας, συνήθως ως αποτέλεσμα νευρολογικής νόσου (π.χ. εγκεφαλικού επεισοδίου και τραυματισμού του νωτιαίου μυελού), φαρμ...

Παράλυση του Bell

Ετερόπλευρη παράλυση του προσώπου αιφνίδιας έναρξης. Η παράλυση προσβάλλει το άνω και κάτω ήμισυ του προσώπου, διαφοροποιώντας την από την προσωπική παράλυση που σχετίζεται με μερικά εγκεφαλικά επεισό...

Παραμόρφωση

1. H στρέβλωση ή απόκλιση από το κανονικό σχήμα.2. Οι συσπάσεις ή οι παραμορφώσεις, όπως οι κινήσεις των μυών του προσώπου.3. H παραμόρφωση που αλλάζει το σχήμα μέρους ή όλης της δομής.4. Στην οφθ...

Παραμορφωτική οστεΐτιδα

Μια σκελετική νόσος αγνώστου αιτιολογίας, η οποία επηρεάζει μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους· μια χρόνια μορφή οστεΐτιδας με πάχυνση και υπερτροφία των μακρών οστών και παραμόρφωση των πλατιών οστών.Α...

Παράνοια

Κατάσταση κατά την οποία οι ασθενείς επιδεικνύουν μόνιμες παραισθήσεις καταδίωξης ή παραισθησιακή ζήλια. Η διαταραχή πρέπει να είναι μόνιμη, διαρκώντας τουλάχιστον μια εβδομάδα. Μπορεί να συνοδ...

Παραπληγία

Παράλυση του κάτω τμήματος του σώματος και των δυο ποδιών. Προκαλείται από βλάβη που προσβάλλει τον νωτιαίο μυελό, η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαταραχή της διάπλασης, επισκληρίδιο απόστημα,...

Παράσυρση

1. Η ανάκτηση του ελέγχου του καρδιακού ρυθμού (ιδίως του ταχέως ρυθμού) με ένα εξωτερικό ερέθισμα, όπως με έναν καρδιακό βηματοδότη.2. Η έλξη ενός δεύτερου υγρού από το ρεύμα ενός αερίου ή υγρού ...

Παρατυφοειδής πυρετός

Σπάνια μορφή εμπύρετης γαστρεντερίτιδας στις δυτικές κοινωνίες, η οποία χαρακτηρίζεται από πυρετό, κοιλιακό άλγος, διάρροια, κεφαλαλγία και περιστασιακά εντερική διάτρηση. Προκαλείται από την S...

Παραφίνη

1. Κηρώδες, λευκό, άγευστο, άοσμο μίγμα στέρεων υδρογονανθράκων που λαμβάνεται από το πετρέλαιο. Χρησιμοποιείται ως βασικό συστατικό για αλοιφές ή ως επίθεμα σε τραύματα.2. Ένας από τους κορεσμέ...

Παρβοϊός

Ομάδα ιών που είναι όμοια με τους αδενοϊούς. Είναι παθογόνοι για τα ζώα και τους ανθρώπους....

Παρενέργεια

Δράση ή επίδραση φαρμάκου διαφορετική από την επιθυμητή. Συνήθως είναι ένα μη επιθυμητό αποτέλεσμα, όπως ναυτία, κεφαλαλγία, αύπνία, εξάνθημα, σύγχυση, ζάλη, ή ανεπιθύμητη αλληλεπίδραση με άλλο φ...

Δείτε τα λήμματα αλφαβητικά
Συνεργασία Mendor Editions & Taber's Ιατρικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό