Η παγκόσμια αγορά βιο-ομοειδών προβλέπεται να φτάσει τα 44,7 δισ. δολ. έως το 2026 από 15,6 δισ. δολ. το 2021, σημειώνοντας άνοδο κατά 23,5% την περίοδο 2021-2026.

Η ανάπτυξη της αγοράς καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από την αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης χρόνιων ασθενειών και την εντονότερη ζήτηση βιο-ομοειδών για τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητάς τους. Οι ρυθμιστικές εγκρίσεις και άλλοι κανονισμοί που ευνοούν την υιοθέτηση βιο-ομοειδών σε διάφορες χώρες είναι επίσης ένας σημαντικός κινητήριος παράγοντας της αγοράς.

Το 2020, το τμήμα των μονοκλωνικών αντισωμάτων καταλάμβανε το μεγαλύτερο μερίδιο (27,5%) της αγοράς βιο-ομοειδών, συμβάλλοντας σε αυτό αφενός οι χαμηλότερες τιμές τους σε σύγκριση με τα φάρμακα αναφοράς και αφετέρου η ευρεία χρήση τους στη θεραπεία καρκίνου, αυτοάνοσων διαταραχών και  οστεοπόρωσης. Χρησιμοποιούνται επίσης σε ενδείξεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η σκλήρυνση κατά πλάκας και η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας.

 Με βάση την ένδειξη, η ογκολογία είναι το μεγαλύτερο τμήμα σε αυτήν την αγορά λόγω της διαθεσιμότητας βιο-ομοειδών σε χαμηλότερη τιμή από τα καινοτόμα βιολογικά σκευάσματα και επειδή απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό ασθενών με καρκίνο.

Οπως υποστηρίζει η έρευνα, η διαθεσιμότητα βιο-ομοειδών στον τομέα της ογκολογίας μείωσε τις τιμές και έκανε τη θεραπεία του καρκίνου πιο προσιτή και προσβάσιμη για τους ασθενείς. Επίσης, λόγω της υψηλής συχνότητας εμφάνισης και επικράτησης του καρκίνου, τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης σε όλο τον κόσμο εστιάζουν στη μείωση του βάρους του καρκίνου υιοθετώντας έτσι οικονομικές αποδοτικές θεραπευτικές επιλογές.

Σε αυτό το σενάριο, τα βιο-ομοειδή φάρμακα ενδέχεται να γίνουν μάρτυρες ευρείας υιοθέτησης σε μεγάλες αγορές όπως οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ασία-Ειρηνικός.